Μαχητικός, παθιασμένος υπηρέτης του δικαίου, αγέλαστος, εσωστρεφής, πεισιθάνατος. Ένας νέος άνθρωπος με δύο πρόσωπα. Ένας Ιανός, με πύρινο λόγο στην άσκηση του επαγγέλματός του, τη Νομική, και συνάμα ποιητής, συνεσταλμένος ρομαντικός, οπαδός της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής στη φάση της παρακμής της, όταν πια ο αθηναϊκός κλασικορομαντισμός οδεύει σε πτωτική τροχιά και οι ταγοί του γοητεύονται από θέματα πενθισμού και θανατολαγνείας.
Είναι ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, αγαπημένος μοναχογιός του μεγάλου ιστορικού, Κωνσταντίνου, γεννημένος το 1843 στην Αθήνα, γόνος μιας οικογένειας διακεκριμένων ευπόρων λογίων με ρίζες στη Βυτίνα της Αρκαδίας. Το 1873 ο Δημήτριος διανύει το 30ο έτος της ζωής του και στο μεταξύ, έχει αναγορευτεί διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Αθήνας, έχει δημοσιεύσει ποιητικές συλλογές, ιστορικές και φιλολογικές μελέτες και έχει βραβευτεί αρχικά στον Νικοδήμειο Διαγωνισμό (με αγωνοθέτη τον Ψαριανό υποναύαρχο Κωνσταντή Νικόδημο) για την πραγματεία του με τίτλο «Τα καθήκοντά του ανθρώπου ως χριστιανού και ως πολίτου» (1861) και ακολούθως δύο φορές στον Βουτσιναίο Διαγωνισμό (με αγωνοθέτη τον έμπορο Ιωάννη Βουτσινά) για τις ποιητικές συλλογές του «Στόνοι» (1868) και «Χελιδόνες» (1870). Το 1861, όταν ήταν ακόμα μαθητής γυμνασίου, εξέδωσε το πόνημα με τίτλο «Σκέψεις ενός ληστού ή η καταδίκη της κοινωνίας», όπου με στόμφο και παρρησία, γόνος ο ίδιος μίας εύπορης οικογένειας, παρουσιάζει τον ληστή ως θύμα μιας κοινωνίας ανισοτήτων.
«Εγεννήθην εν Αθήναις την 8ην Σεπτεμβρίου 1843, εβραβεύθην δια την περί καθηκόντων πραγματείαν μου την 14 Σεπτεμβρίου 1861, δια τους Στόνους, λυρική συλλογήν, την 8ην Μαΐου 1866. Το πρώτον βιβλίον, το οποίον εδημοσίευσα είναι: “ Αι σκέψεις ενός ληστού”. Δεν ειξεύρω αν το ανέγνωσες, το εδημοσίευσα εν έτει 1859. Είμαι δικηγόρος, ως γνωρίζεις, και κρατώ υπό μάλης δικογραφίας καθ’ άπασαν την ημέραν, υποκλέπτων ώρας του ύπνου καθ’ άς εργάζομαι εις φιλολογικά έργα. Αν δεν εφοβούμην μη σε πλήξω, ήθελον διηγηθή πόσας πικρίας υφίστανται οι άνθρωποι των Γραμμάτων εν Ελλάδι» αυτοσυστήνεται ο στον κατοπινό επιστήθιο φίλο του, Μπάμπη Άννινο.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί στο κοινό του η σύνθεση «Ο φανός του κοιμητηρίου Αθηνών», που εντάσσεται στη βραβευμένη συλλογή του «Στόνοι», όπου με έναν ομοιοκατάληκτο 15σύλλαβο πένθιμο λυρισμό σε πούρα καθαρεύουσα, ξεδιπλώνει όλα τα στοιχεία του κλασικού ρομαντισμού, που υπηρετεί:
«.... Σχίζε το σκότος της νυκτός και, απειλών τους ζώντας,
ρίπτε το φως σου όπου χους υπάρχει και σκοτία,
μέτρει τους λίθους των νεκρών και τους αποθανόντας·
Ω! πόσοι είναι! φρικιά και τρέμει η καρδία...»
ΟΙ «ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΙ» ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗΣ ΤΟΥ ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΥ
Αυτός, ο απαισιόδοξος, αντικοινωνικός νέος, ο λιγομίλητος, ο περιχαρακωμένος στις μελέτες του, θα ταιριάξει με τον Κεφαλλονίτη δημοσιογράφο, ποιητή και θεατρικό συγγραφέα. «Δεν είναι ευεπίφορος εις ευκόλους γνωριμίας και ο χαρακτήρ του είναι περιεσταλμένος και ήκιστα διαχυτικός, η δε φυσιογνωμία του, άχαρις και στρυφνή, δεν ενθαρρύνει την άμεσον εξοικείωσιν» περιγράφει ο Άννινος.
Ωστόσο, αν και κάμποσα χρόνια μεγαλύτερός του, ο Δημήτριος θα βρει στον Άννινο τον εαυτό του, αλλά και στοιχεία που ο ίδιος δεν διαθέτει. Είναι κι εκείνος ευφυής, ετοιμόλογος, ευρυμαθής, λάτρης της μελέτης, της ιστορικής αναζήτησης και της γραφής, αλλά και κοσμοπολίτης και χιουμορίστας και πειραχτήρι. Όσο για τη γραφή του, δεν χρησιμοποιεί τη δική του «υπερκαθαρεύουσα», αλλά μια καθαρεύουσα χαριτωμένη, ρέουσα. Ο Άννινος από την άλλη θαυμάζει τη βαθιά σκέψη του Δημήτριου, τον αλτρουισμό του, την αφοσίωσή του στην ιστορική έρευνα και τη φιλοσοφική μελέτη.
«Φύσει φιλομαθής, εγκύψας εις την μελέτην των αρχαίων συγγραφέων, ως εμφαίνεται εκ των έργων του και ιδίως των πεζών, καθώς και εις την ανάγνωσιν των περιφημοτέρων έργων των νέων φιλολογιών, απεθησαύρισε πλούτον γνώσεων και εφοδίων συντελεστικών εις την γενναιοτέραν ανάπτυξιν του φυσικού του πνεύματος. Κατά προτίμησιν ησχολείτο εις την μελέτην συγγραμμάτων ηθικών και φιλοσοφικών» θα γράψει αργότερα για τον νεαρό Παπαρρηγόπουλο.
Η εμμονική αγάπη του Δημήτριου προς τον θάνατο ασκεί στον Άννινο μια κάποια γοητεία. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό γνώρισμα των τελευταίων ρομαντικών. Το μάταιον της ζωής, η τελική μετάβαση, η μετεμψύχωση. Εκείνο όμως που στην πραγματικότητα τον ενθουσιάζει είναι η αυτοδιάθεσή του στην υπόθεση της δικαιοσύνης, όχι από επαγγελματική ευσυνειδησία, αλλά από στάση ζωής.
Ο Δημήτριος δεν ασπάζεται τη θέση του πατέρα του, που θεμελιώνει την έννοια της ελληνοχριστιανικής συνέχειας, μέσω του Βυζαντίου. Ο ίδιος είναι σκεπτικιστής. Παραμένει ερμητικά κλεισμένος στον κόσμο της δικής του εσωτερικής αμφισβήτησης. Δεν αναζητά στη θρησκεία την ταυτότητά του, κατατρύχεται από βασανιστικές απορίες και δεν βρίσκει απαντήσεις. Τα πρωινά, η «κοφτερή» Νομική, η επιστήμη του, τον ωθεί στην αναζήτηση των αιτίων και της διασταύρωσης. Τα βράδια, αφήνεται στη φουρτουνιασμένη θάλασσα της υπαρξιακής αγωνίας και της ποίησης.
Αλλά, όπως γράφει ο Άννινος, «η απαισιοδοξία του έχει τούτο το ιδιάζον: δεν είναι επίπλαστος, όπως των άλλων συγχρόνων και μιμητών του. Είναι ιδική του γνησία, απόρροια των ιδεών και των αισθημάτων του».
ΕΝΑΣ ΠΑΘΙΑΣΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΜΟΙΡΑΙΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΣΤΟ ΠΛΕΥΡΟ ΤΩΝ ΜΕΤΑΛΛΩΡΥΧΩΝ
Κάτω από το προσωπείο του ψυχρού, ανέκφραστου ανθρώπου, ο αντικοινωνικός Δημήτριος, που η θητεία του στην δικηγορία τον έχει φέρει πολλές φορές αντιμέτωπο με την κοινωνική αδικία, κρύβει μία ψυχή που φλέγεται από επιθυμία να πολεμήσει την κρατική αυθαιρεσία και την εκμετάλλευση του εργάτη. Βλέπεις, την περίοδο που ο ίδιος ζυμώνεται στη ζωή, στην αιχμή της επικαιρότητας είναι οι αγώνες των μεταλλωρύχων του Λαυρίου. Για πενιχρό μεροκάματο, οι εργάτες στα μεταλλεία «χτυπούν» 12ωρες βάρδιες εξαντλητικής δουλειάς, χωρίς μέτρα προφύλαξης, εκτεθειμένοι στον κίνδυνο μίας φονικής ανατίναξης ή μίας θανατηφόρας μολυβδίασης και διαμένοντας ομαδικά σε άθλια παραπήγματα. Ο μέσος όρος ζωής τους δεν ξεπερνά τα 30 έτη.
Θα ήταν μάλλον αδύνατο μία τρυφερή νεανική, ποιητική ψυχή να μείνει ανεπηρέαστη. Ο Δημήτριος τάσσεται με το μέρος των εργατών και στέκεται βράχος στο πλευρό τους. Τους παρέχει δωρεάν νομική στήριξη και εκπροσώπηση, εμψυχώνει τον αγώνα τους για βελτίωση των συνθηκών ζωής και εργασίας, ενώνει τη φωνή του με τη δική τους. Αλλά το πολιτικό πεδίο της εποχής είναι εύθραυστο και κάθε απόπειρα αποκατάστασης της οποιασδήποτε κοινωνικής αδικίας πέφτει στο κενό. Ο νεαρός ποιητής παρακολουθεί τις εξελίξεις μέρα με τη μέρα κι όσο διαπιστώνει ότι η κατάσταση επιδεινώνεται χωρίς να φαίνεται φως στον ορίζοντα, τόσο παθιάζεται με κάθε πρωτοβουλία διεκδίκησης. Εδαφικά η χώρα μεγαλώνει με την ενσωμάτωση των Επτανήσων και συνάμα διαφθορά και εξαχρείωση, που τείνουν να γίνουν δεύτερη φύση του πολιτικού βίου, επιδεινώνουν τις κακές συνθήκες διαβίωσης για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Είναι και ο κακός άνεμος που πνέει για τα πνευματικά πράγματα σε όλη την Ευρώπη και την Ελλάδα που τον καταρρακώνει. Ο ρομαντισμός, που με τόσο πάθος ακολουθεί στα ποιήματά του πνέει τα λοίσθια. Από την επιρροή του έχουν πλέον ξεφύγει οι πρώτοι του κινήματος, οι Σούτσοι, οι Παράσχοι κ.α. Οι ύστατοι ρομαντικοί είναι σε αμηχανία. Πώς θα προχωρήσουν; Το βήμα τους μένει μετέωρο. Μέλλον ή ανυπαρξία;
Ο Δημήτριος έχει μπροστά του σκοτάδι. Το μόνο φως έρχεται από την κρητική επανάσταση, αλλά μάλλον κι αυτό δεν είναι αρκετό.
Λάδι στη... φωτιά του ρίχνουν οι αδιέξοδες συζητήσεις για την πορεία της πνευματικής δημιουργίας στον «Παρνασσό» κι οι πολιτικές συζητήσεις με τα μέλη της συντροφιάς των λογίων, που συχνάζουν στο καφενείο «Η Ωραία Ελλάς» στη διασταύρωση Ερμού και Αιόλου. Εδώ, ως γνωστόν, επωάζονται νέες ιδέες, εδώ ζυμώνονται σκέψεις και γεννιέται νέο πολιτικό προσωπικό, εδώ «ανεβαίνουν και πέφτουν κυβερνήσεις». Αλλά, αυτή την εποχή, όλες οι συζητήσεις καταλήγουν στην καθόλου αισιόδοξη επωδό: οι εργάτες πεθαίνουν στα μεταλλεία του Λαυρίου και δεν φαίνεται φως από πουθενά. Τότε ο Δημήτριος αποφασίζει να διαμαρτυρηθεί, όπως κανείς προηγουμένως δεν έχει επιχειρήσει. Θα απέχει από την βρώση!
Καταχείμωνο του 1873 σταματά το φαγητό. Οι γονείς του θορυβούνται. Ο πατέρας του, ο Κωνσταντίνος, φοβάται πως ο γιος του δεν θα σταματήσει αν δεν πετύχει αυτό που θέλει. Ο νεαρός έχει «εγκατασταθεί» στη συμβολή των δρόμων Ιπποκράτους και Ακαδημίας και σβήνει μέρα με τη μέρα υποβάλλοντας τον εαυτό του σε ασιτία και απαιτώντας από την κεντρική διοίκηση να στρέψει την προσοχή της στο Λαύριο, στις απάνθρωπες εργασιακές συνθήκες των μεταλλωρύχων. Είναι πεπεισμένος ότι ο αγώνας του θα αποδώσει. Αυτός δεν είναι ένας τυχαίος Αθηναίος πολίτης. Είναι διδάκτωρ στο πανεπιστήμιο, επιτυχημένος νομικός και βραβευμένος ποιητής.
Απέχει από τη βρώση 36 ολόκληρες ημέρες. Κάποτε λιποθυμά. Λίγες μέρες μετά, ο ταλαιπωρημένος οργανισμός του θα υποκύψει στην αρρώστια της εποχής, τη φυματίωση. Θα αφήσει την τελευταία πνοή του στις 21 Μαρτίου του 1873, πριν κλείσει τα 30 του, και θα εγγραφεί στην Ιστορία ως ο πρώτος απεργός πείνας για ιδεολογικούς λόγους.
Λογοτέχνες του μέλλοντος, που θα μελετήσουν το έργο του Δημήτριου Παπαρρηγόπουλου, θα διατυπώσουν την πεποίθηση ότι αν εκείνος δεν έφευγε από τη ζωή τόσο νέος, η θέση του στην ελληνική λογοτεχνία θα ήταν ανώτερη και πως ακόμη κι αν έγραψε σε «φανατισμένη» καθαρεύουσα, στα ποιήματά του κρύβονται η αλήθεια και ο σπαραγμός μίας αγνής παιδικής ψυχής.
«Έχει με το παραπάνω το μεγάλο ελάττωμα του καιρού του. Κακόγλωσσος και κακόμορφος. Η καθαρεύουσα του Παπαρρηγόπουλου είναι κάτι πολύ δημοσιογραφικό και πολύ απεριποίητο, θεματογράφημα μαθητή που δεν τα βγάζει πέρα, ούτε και που πολύ-φροντίζει να τα βγάλει πέρα» θα γράψει το 1934 ο δημοτικιστής, μέγας Παλαμάς, στη μελέτη του με τίτλο «Πεζοί δρόμοι. Γ’ Κάποιων νεκρών η ζωή» και θα προσθέσει: «Ο Παπαρρηγόπουλος είναι ποιητής με χαρακτήρα, πέρα ως πέρα. Και μήπως ο χαρακτήρας δεν είν’ ένα από τα πρόσωπα που ντύνεται η θεία ομορφιά; Φιλόσοφος ποιητής, είτε πλαταίνει και φέρνει τα δικά του βάσανα ίσα με τα σύνορα του κοσμικού, είτε φορτώνεται στους ώμους του τα κοσμικά βάσανα, μοιρολογώντας τα σα να ήτανε δικά του...».
Στο ύστατο χαίρε, όπου θα βρεθούν χιλιάδες άνθρωποι, ο έτερος των «Διοσκούρων», Σπυρίδων Βασιλειάδης, με έναν πύρινο, συγκινησιακά φορτισμένο επικήδειο λόγο, θα εξάρει την οξύνοια και την ευρυμάθεια του φίλου του, το βαθύ, ερευνητικό πνεύμα του και την αυτοθυσία του στο όνομα της δικαιοσύνης. «Καλή αντάμωση» θα του ευχηθεί και αυτή η στιγμή, δυστυχώς, δεν θα αργήσει να έρθει. Ο Βασιλειάδης έχει προσβληθεί και ο ίδιος από φυματίωση. Έναν χρόνο μετά θα ταξιδέψει στο Παρίσι, αναζητώντας θεραπεία. Στις 30 Αυγούστου του 1874 θα πάει να συναντήσει τον φίλο του. Ούτε αυτός έχει προλάβει να κλείσει το 30ό έτος της ζωής του...
ΑΠΕ-ΜΠΕ
ΠΗΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ
- Ένας Επτανήσιος στην Αθήνα / Χαραλάμπης (Μπάμπης) Άννινος (1852-1934), Ηλ. Α. Τουμασάτος (Εταιρεία Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών - Αργοστόλι 2020
- Σκέψεις ενός ληστού ή η καταδίκη της κοινωνίας, Δ. Παπαρρηγόπουλος (Καραβία Δ.Ν. / Αναστατικές Εκδόσεις - Αθήνα 1996)
- Νεότερη Ελληνική Λογοτεχνία (19ος - 20ος αι.), Ευρ. Γαραντούδης (ΕΑΠ - Πάτρα 2008)
- Οι πρωθυπουργοί της Ελλάδος, Αντ. Μακρυδημήτρης (Ι. Σιδέρης, Αθήνα 1997)
- Science and Literature: Poetry and Prose, K. Tampakis - G.N.Vlahakis (Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών / Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών - ψηφιακή έκδοση)
- Αθήνα / Ιχνηλατώντας την πόλη με οδηγό την ιστορία και τη λογοτεχνία, Θ. Γιοχάλας - Τ. Καφετζάκη (Εστία - Αθήνα 2021)
- Ο ήλιος της αναρχίας ανέτειλε / Για μια ιστορία του αναρχικού κινήματος στον «ελλαδικό» χώρο, Δ. Τρωαδίτης (Κουρσάλ-Ελευθεριακές Εκδόσεις - Αθήνα 2017)
- Πεζοί δρόμοι. Γ’ Κάποιων νεκρών η ζωή, Κ. Παλαμάς (Δημητράκος - Αθήνα 1934)
- Ανθολόγιο Νεοελληνικών Λογοτεχνικών Κειμένων (19ος - 20ος αι.), Χρ. Δανιήλ (ΕΑΠ - Πάτρα 2008)
- Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού

