Γερμανικός Τύπος: Τι προκάλεσε την έκρηξη στη Βιολάντα;

Ο γερμανικός Τύπος γράφει για το τραγικό συμβάν στο εργοστάσιο της Βιολάντα, αλλά και για την αβεβαιότητα που βιώνουν οι πωλητές στις ελληνικές λαϊκές αγορές.

Τα αίτια της έκρηξης ακόμη διερευνώνται

Για το τραγικό δυστύχημα στο εργοστάσιο της Βιολάντα στα Τρίκαλα γράφουν πολλά γερμανικά μέσα, μεταξύ αυτών και το Γερμανικό Δημοσιογραφικό Δίκτυο (RND).
«Κατά τις πρώτες πρωινές ώρες χθες, ισχυρή έκρηξη προκάλεσε μεγάλη πυρκαγιά σε εργοστάσιο στη θεσσαλική πόλη των Τρικάλων, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους τουλάχιστον τέσσερις άνθρωποι, μία ακόμα γυναίκα εξακολουθεί να αγνοείται και αναζητείται στα ερείπια, ενώ έξι άτομα τραυματίστηκαν. Η δε Βιολάντα συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους παραγωγούς ζαχαρωδών προϊόντων στην Ελλάδα».
                       Η έκρηξη ενδέχεται να οφείλεται σε φιάλες υγραερίου που βρίσκονταν στο υπόγειο

Επικαλούμενο και ρεπορτάζ σε ελληνικά μέσα, το γερμανικό δίκτυο επισημαίνει ακόμα πως «από την έκρηξη κατέρρευσαν η στέγη καθώς και ένας εξωτερικός τοίχος του κτηρίου. Σύμφωνα με πληροφορίες, η έκρηξη ακούστηκε ακόμα και σε απόσταση περίπου έξι χιλιομέτρων, ενώ τοπικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν πως ενδέχεται να εξερράγησαν φιάλες υγραερίου στο υπόγειο για λόγους που παραμένουν άγνωστοι. Τα αίτια του δυστυχήματος θα διερευνηθούν μετά την ολοκλήρωση της κατάσβεσης, όπως ανακοίνωσε η πυροσβεστική».

Οι πωλητές στις λαϊκές αγορές βιώνουν την αβεβαιότητα

Για τις ελληνικές λαϊκές αγορές γράφει το ZDF, και ειδικότερα για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι πωλητές εξαιτίας των φορολογικών απαιτήσεων του κράτους.
«Ανάμεσα στους πάγκους με τα ψάρια και τα τελάρα με τα λαχανικά, πολλοί Έλληνες πωλητές στις λαϊκές αγορές εδώ και καιρό δεν αγχώνονται μόνο για τον ημερήσιο τζίρο τους», παρατηρεί το γερμανικό μέσο. Οι πωλητές αισθάνονται «αβεβαιότητα» εξαιτίας της νέας φορολογικής ρύθμισης για το «τεκμαρτό ελάχιστο εισόδημα» που θέσπισε πριν από δύο χρόνια η ελληνική κυβέρνηση: «οι αυτοαπασχολούμενοι φορολογούνται σαν να έχουν ένα προκαθορισμένο ετήσιο εισόδημα, ανεξάρτητα από το τι πραγματικά κερδίζουν. Η κυβέρνηση δικαιολογεί το μοντέλο αυτό με την ανάγκη καταπολέμησης της φοροδιαφυγής».
                        Οι πωλητές στις λαϊκές αγορές δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα οικονομικά

Σύμφωνα με το ελληνικό υπουργείο Οικονομικών, «το μέτρο απέφερε πρόσθετα έσοδα ύψους 400 έως 450 εκατομμυρίων ευρώ και συνέβαλε σε μεγαλύτερη φορολογική δικαιοσύνη στη χώρα». Και παρ’ ότι εξετάζεται το ενδεχόμενο πρόβλεψης προσαρμογών για επαγγέλματα όπως οι πωλητές στις λαϊκές αγορές, «η βασική αρχή της κατ’ αποκοπή φορολόγησης πρόκειται να διατηρηθεί, τουλάχιστον έως ότου το φορολογικό σύστημα ψηφιοποιηθεί πλήρως».

Ο Νίκος Σωτηρίου, πρόεδρος της Ένωσης Πωλητών Λαϊκών Αγορών Αττικής, «επικρίνει πως αυτός ο τρόπος φορολόγησης δεν λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές συνθήκες εργασίας. Οι πωλητές λαϊκών αγορών εργάζονται κατά μέσο όρο μόνο 150 έως 180 ημέρες τον χρόνο, αλλά φορολογούνται σαν να είχαν σταθερά έσοδα όλο το έτος. "Φορολογούμαστε για εισοδήματα που δεν υπάρχουν", τονίζει ο Σωτηρίου. […] Προβληματικό θεωρείται επίσης το γεγονός ότι εντελώς διαφορετικές δραστηριότητες, όπως το εμπόριο ψαριών, λαχανικών ή κρασιού, ομαδοποιούνται βάσει μέσων όρων, παρ' ότι τα περιθώρια κέρδους και οι κίνδυνοι διαφέρουν σημαντικά.

Οι επιπτώσεις της μεταρρύθμισης είναι ήδη ορατές. Εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες έμποροι έχουν εγκαταλείψει το επάγγελμα τα τελευταία δύο έως τρία χρόνια, όπως λέει ο Σωτηρίου. […] Για τον ίδιο, ωστόσο, το διακύβευμα είναι μεγαλύτερο από αυτό. Οι λαϊκές αγορές αποτελούν εργαλείο κοινωνικής πολιτικής: κρατούν τις τιμές χαμηλά, περιορίζουν τη δύναμη των μεγάλων αλυσίδων λιανικής και διασφαλίζουν την τροφοδοσία σε όλη τη χώρα. "Είναι μια κρατική αγροτική αγορά", όπως εξηγεί.

Κριτική ασκεί και ο φοροτεχνικός Ελευθέριος Τσαμουτάλος, ο οποίος θεωρεί το μέτρο προβληματικό. Τα δύο πρώτα χρόνια, επιχειρήσεις με πραγματικό ετήσιο τζίρο λίγων χιλιάδων ευρώ φορολογήθηκαν βάσει τεκμαρτών κερδών ύψους 12.000 έως 16.000 ευρώ. Πολλοί, από φόβο για ελέγχους, δεν επιχείρησαν καν να αμφισβητήσουν το τεκμαρτό εισόδημα. Ταυτοχρόνως, το μεγαλύτερο μέρος των φορολογικών εσόδων εξακολουθεί να προέρχεται από έμμεσους φόρους, καθώς και από μισθωτούς και συνταξιούχους, ενώ οι μεγάλες και πολυεθνικές εταιρείες συνεισφέρουν μόνο ένα μικρό ποσοστό».

Το ZDF επισημαίνει τέλος πως «τις ανησυχίες των πωλητών τις συμμερίζονται και οι πελάτες», οι οποίοι κατά τα πολλά χρόνια που ψωνίζουν από λαϊκές αγορές εκτιμούν τη φρεσκάδα των προϊόντων, αλλά και «τις χαμηλότερες τιμές σε σύγκριση με τα σούπερ μάρκετ. Ιδίως για ανθρώπους με μικρές συντάξεις η λαϊκή αγορά είναι αναντικατάστατη. Η κατάργησή της θα αποτελούσε μία αισθητή απώλεια – όχι μόνο για τους εμπόρους, αλλά και για την καθημερινότητα πολλών Ελλήνων».

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη