Η συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν στην Άγκυρα και οι εργασιακές συνθήκες στη Γερμανία – με μερικά στερεότυπα από το παρελθόν για την Ελλάδα στον γερμανικό Τύπο.

Υποδοχή του Έλληνα πρωθυπουργού Μητσοτάκη από τον Τούρκο πρόεδρο στην Άγκυρα
Η συνάντηση του Έλληνα πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, με τον Τούρκο πρόεδρο, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στην Άγκυρα απασχολεί και τα γερμανικά ΜΜΕ. Η Berliner Zeitung επιχειρεί μία πρώτη ανάλυση στον απόηχο της χθεσινή συνάντησης. «Εδώ και χρόνια τα δύο κράτη μέλη του ΝΑΤΟ διαφωνούν για τους φυσικούς πόρους στη Μεσόγειο και τη στρατιωτικοποίηση του Αιγαίου. Κι όμως, τα τελευταία χρόνια ο διάλογος ανάμεσα στις πολιτικές ηγεσίες σε Αθήνα και Άγκυρα λειτούργησε πολύ καλά – τουλάχιστον σε ορισμένα ζητήματα», γράφει η εφημερίδα.
Στιγμιότυπο από τη συνάντηση Μητσοτάκη και Ερντογάν στην Άγκυρα
Το δημοσίευμα αναφέρεται στη λεγόμενη «θετική ατζέντα», σημειώνοντας ωστόσο ότι «τα βασικά πολιτικά ζητήματα μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας παραμένουν άλυτα. Στο επίκεντρο των διαφορών βρίσκεται η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών που εκκρεμεί εδώ και δεκαετίες, της υφαλοκρηπίδας και των Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών στο Αιγαίο. Η Ελλάδα επικαλείται τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, που της επιτρέπει την επέκταση των χωρικών υδάτων στα δώδεκα ναυτικά μίλια. Η Τουρκία δεν αναγνωρίζει τη σύμβαση αυτή και θεωρεί ένα τέτοιο βήμα casus belli». Η δημοσιογράφος συμπληρώνει επίσης ότι «Η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση μεταφέρεται και εντός της EE. Η Ελλάδα αξιοποιεί τη διαρκή τουρκική "απειλή πολέμου" ως βασικό επιχείρημα για να ανακόψει στενότερη συνεργασία της Ένωσης με την Τουρκία στον τομέα της ασφάλειας».
Η Γερμανία, η ημιαπασχόληση και το στερεότυπο του «τεμπέλη Έλληνα»
Η συζήτηση σχετικά με την ημιαπασχόληση και την εργατικότητα στη Γερμανία συνεχίζεται, διχάζοντας και τους Γερμανούς δημοσιογράφους. Σε αυτό το πλαίσιο επανέρχεται και ένα παλιό στερεότυπο, από τις εποχές της χρηματοπιστωτικής κρίσης στην ημερήσια εφημερίδα Stuttgarter Nachrichten – για να αποδομηθεί: «Η υπερβολική εργατικότητα δεν είναι χαρακτηριστικό που πολλοί Γερμανοί συνδέουν αυθόρμητα με την Ελλάδα», γράφει ο Γερμανός ανταποκριτής από την Ελλάδα. Και συνεχίζει: «Πολλοί τουρίστες εκτιμούν τον χαλαρό ρυθμό ζωής. Στην Ελλάδα ο χρόνος μοιάζει να κυλά πιο αργά, οι άνθρωποι δεν βιάζονται. Αυτός ο τρόπος ζωής, που συχνά προκαλεί φθόνο, τροφοδότησε κατά τη διάρκεια της κρίσης πλήθος στερεότυπων. Γερμανικά μέσα έβαλαν στο στόχαστρό τους τους "τεμπέληδες Έλληνες", που (υποτίθεται) απολάμβαναν τη ζωή κάτω από τον ήλιο του Νότου εις βάρος των άλλων», υπενθυμίζει το δημοσίευμα.


Υποδοχή του Έλληνα πρωθυπουργού Μητσοτάκη από τον Τούρκο πρόεδρο στην Άγκυρα
Η συνάντηση του Έλληνα πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, με τον Τούρκο πρόεδρο, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στην Άγκυρα απασχολεί και τα γερμανικά ΜΜΕ. Η Berliner Zeitung επιχειρεί μία πρώτη ανάλυση στον απόηχο της χθεσινή συνάντησης. «Εδώ και χρόνια τα δύο κράτη μέλη του ΝΑΤΟ διαφωνούν για τους φυσικούς πόρους στη Μεσόγειο και τη στρατιωτικοποίηση του Αιγαίου. Κι όμως, τα τελευταία χρόνια ο διάλογος ανάμεσα στις πολιτικές ηγεσίες σε Αθήνα και Άγκυρα λειτούργησε πολύ καλά – τουλάχιστον σε ορισμένα ζητήματα», γράφει η εφημερίδα.
Στιγμιότυπο από τη συνάντηση Μητσοτάκη και Ερντογάν στην ΆγκυραΤο δημοσίευμα αναφέρεται στη λεγόμενη «θετική ατζέντα», σημειώνοντας ωστόσο ότι «τα βασικά πολιτικά ζητήματα μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας παραμένουν άλυτα. Στο επίκεντρο των διαφορών βρίσκεται η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών που εκκρεμεί εδώ και δεκαετίες, της υφαλοκρηπίδας και των Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών στο Αιγαίο. Η Ελλάδα επικαλείται τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, που της επιτρέπει την επέκταση των χωρικών υδάτων στα δώδεκα ναυτικά μίλια. Η Τουρκία δεν αναγνωρίζει τη σύμβαση αυτή και θεωρεί ένα τέτοιο βήμα casus belli». Η δημοσιογράφος συμπληρώνει επίσης ότι «Η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση μεταφέρεται και εντός της EE. Η Ελλάδα αξιοποιεί τη διαρκή τουρκική "απειλή πολέμου" ως βασικό επιχείρημα για να ανακόψει στενότερη συνεργασία της Ένωσης με την Τουρκία στον τομέα της ασφάλειας».
Η Γερμανία, η ημιαπασχόληση και το στερεότυπο του «τεμπέλη Έλληνα»
Η συζήτηση σχετικά με την ημιαπασχόληση και την εργατικότητα στη Γερμανία συνεχίζεται, διχάζοντας και τους Γερμανούς δημοσιογράφους. Σε αυτό το πλαίσιο επανέρχεται και ένα παλιό στερεότυπο, από τις εποχές της χρηματοπιστωτικής κρίσης στην ημερήσια εφημερίδα Stuttgarter Nachrichten – για να αποδομηθεί: «Η υπερβολική εργατικότητα δεν είναι χαρακτηριστικό που πολλοί Γερμανοί συνδέουν αυθόρμητα με την Ελλάδα», γράφει ο Γερμανός ανταποκριτής από την Ελλάδα. Και συνεχίζει: «Πολλοί τουρίστες εκτιμούν τον χαλαρό ρυθμό ζωής. Στην Ελλάδα ο χρόνος μοιάζει να κυλά πιο αργά, οι άνθρωποι δεν βιάζονται. Αυτός ο τρόπος ζωής, που συχνά προκαλεί φθόνο, τροφοδότησε κατά τη διάρκεια της κρίσης πλήθος στερεότυπων. Γερμανικά μέσα έβαλαν στο στόχαστρό τους τους "τεμπέληδες Έλληνες", που (υποτίθεται) απολάμβαναν τη ζωή κάτω από τον ήλιο του Νότου εις βάρος των άλλων», υπενθυμίζει το δημοσίευμα.

Η συζήτηση για την ημιαπασχόληση στη Γερμανία συνεχίζεται
Ωστόσο, «η πραγματικότητα διαφέρει αρκετά», γράφει, καθώς οι Έλληνες εργάζονται «περισσότερες ώρες από κάθε άλλον λαό στην ΕΕ. Σύμφωνα με στοιχεία του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, ο ετήσιος χρόνος εργασίας ανέρχεται σε 1.880 ώρες. Ο μέσος όρος της ΕΕ είναι 1.670 ώρες, ενώ η Γερμανία φτάνει τις 1.330 ώρες – το χαμηλότερο ποσοστό μεταξύ των 38 κρατών μελών του Οργανισμού. Παρόμοια είναι η εικόνα και στις εβδομαδιαίες ώρες πλήρους απασχόλησης: το 2024 στην Ελλάδα ανέρχονταν κατά μέσο όρο σε 42,3 ώρες, στη Γερμανία σε 40,2 ώρες. Περίπου το 20% των εργαζομένων στην Ελλάδα δουλεύει πάνω από 45 ώρες την εβδομάδα - το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Επιπλέον, οι Έλληνες εργαζόμενοι απουσιάζουν λιγότερο λόγω ασθένειας: μόλις το 0,4% του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας χάνεται για λόγους υγείας, έναντι του αντίστοιχου 5,4% χρόνου εργασίας στη Γερμανία».
Μία άλλη διάσταση στη συζήτηση που έχει ανοίξει στη Γερμανία σχετικά με την ημιαπασχόληση δίνει μία δημοσιογράφος του Spiegel, η οποία θεωρεί ότι το μήνυμα απέναντι στους νέους είναι «καταστροφικό», κάνοντας ταυτόχρονα λόγο και για «πολιτική ένδεια». Η συντάκτρια του γερμανικού περιοδικού επισημαίνει πως, σαφώς, το να δουλεύει κανείς λιγότερο απαιτεί ορισμένες οικονομικές προϋποθέσεις. Ωστόσο, θεωρεί πως αν υπάρχει μία χώρα που μπορεί να το αντέξει, αυτή είναι σίγουρα η Γερμανία: «Αν κάποιος πρέπει να δείξει φιλοδοξία για μια καλύτερη οργάνωση σε θέματα εργασίας, είμαστε εμείς. Μια φιλόδοξη πολιτική για τον χρόνο εργασίας θα έπρεπε να είναι εντελώς διαφορετική από όλα αυτά που συζητάμε σήμερα. Το μοντέλο των 40 ωρών δεν σχεδιάστηκε ποτέ για μια κοινωνία όπου εργάζονται δύο άτομα σε κάθε νοικοκυριό. Σήμερα η συμμετοχή των γυναικών στην εργασία είναι υψηλότερη από ποτέ. Το ίδιο και η συνολική απασχόληση. Η συμμετοχή των νέων βρίσκεται επίσης σε επίπεδα που δεν έχουν καταγραφεί εδώ και δεκαετίες».
Ωστόσο, «η πραγματικότητα διαφέρει αρκετά», γράφει, καθώς οι Έλληνες εργάζονται «περισσότερες ώρες από κάθε άλλον λαό στην ΕΕ. Σύμφωνα με στοιχεία του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, ο ετήσιος χρόνος εργασίας ανέρχεται σε 1.880 ώρες. Ο μέσος όρος της ΕΕ είναι 1.670 ώρες, ενώ η Γερμανία φτάνει τις 1.330 ώρες – το χαμηλότερο ποσοστό μεταξύ των 38 κρατών μελών του Οργανισμού. Παρόμοια είναι η εικόνα και στις εβδομαδιαίες ώρες πλήρους απασχόλησης: το 2024 στην Ελλάδα ανέρχονταν κατά μέσο όρο σε 42,3 ώρες, στη Γερμανία σε 40,2 ώρες. Περίπου το 20% των εργαζομένων στην Ελλάδα δουλεύει πάνω από 45 ώρες την εβδομάδα - το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Επιπλέον, οι Έλληνες εργαζόμενοι απουσιάζουν λιγότερο λόγω ασθένειας: μόλις το 0,4% του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας χάνεται για λόγους υγείας, έναντι του αντίστοιχου 5,4% χρόνου εργασίας στη Γερμανία».
Μία άλλη διάσταση στη συζήτηση που έχει ανοίξει στη Γερμανία σχετικά με την ημιαπασχόληση δίνει μία δημοσιογράφος του Spiegel, η οποία θεωρεί ότι το μήνυμα απέναντι στους νέους είναι «καταστροφικό», κάνοντας ταυτόχρονα λόγο και για «πολιτική ένδεια». Η συντάκτρια του γερμανικού περιοδικού επισημαίνει πως, σαφώς, το να δουλεύει κανείς λιγότερο απαιτεί ορισμένες οικονομικές προϋποθέσεις. Ωστόσο, θεωρεί πως αν υπάρχει μία χώρα που μπορεί να το αντέξει, αυτή είναι σίγουρα η Γερμανία: «Αν κάποιος πρέπει να δείξει φιλοδοξία για μια καλύτερη οργάνωση σε θέματα εργασίας, είμαστε εμείς. Μια φιλόδοξη πολιτική για τον χρόνο εργασίας θα έπρεπε να είναι εντελώς διαφορετική από όλα αυτά που συζητάμε σήμερα. Το μοντέλο των 40 ωρών δεν σχεδιάστηκε ποτέ για μια κοινωνία όπου εργάζονται δύο άτομα σε κάθε νοικοκυριό. Σήμερα η συμμετοχή των γυναικών στην εργασία είναι υψηλότερη από ποτέ. Το ίδιο και η συνολική απασχόληση. Η συμμετοχή των νέων βρίσκεται επίσης σε επίπεδα που δεν έχουν καταγραφεί εδώ και δεκαετίες».
Tags
ΕΥΡΩΠΗ