ΑΠΟΨΕΙΣ: Εργαζόμενοι και συνταξιούχοι σε ασφυκτική πίεση από την ακρίβεια

                                        

του Θεόδωρου Ξούλου*

Η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε μια περίοδο εντεινόμενης αβεβαιότητας, καθώς οι τελευταίες προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας διαμορφώνουν ένα περιβάλλον επίμονων πληθωριστικών πιέσεων και επιβράδυνσης της αναπτυξιακής δυναμικής.
Η αναθεώρηση προς τα πάνω των εκτιμήσεων για τον πληθωρισμό, σε συνδυασμό με τη συγκράτηση των προσδοκιών για την ανάπτυξη, αποτυπώνει με σαφήνεια τη νέα οικονομική πραγματικότητα που διαμορφώνεται υπό την επίδραση των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή.
Σύμφωνα με τις επικαιροποιημένες εκτιμήσεις, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα αναμένεται να διαμορφωθεί στο 3,1% το 2026, υπερβαίνοντας τις προηγούμενες προβλέψεις, ενώ ο ρυθμός ανάπτυξης εκτιμάται στο 1,9%, οριακά κάτω από το ψυχολογικό όριο του 2%.
Αντίστοιχα, οι προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας επιβεβαιώνουν τη γενικότερη ευρωπαϊκή τάση: ο πληθωρισμός αναμένεται να ανέλθει στο 2,6%, σημαντικά υψηλότερα από τις αρχικές εκτιμήσεις, ενώ η ανάπτυξη επιβραδύνεται, καθώς νοικοκυριά και επιχειρήσεις αναγκάζονται να ανακατευθύνουν σημαντικό μέρος των δαπανών τους προς βασικά αγαθά, με κυρίαρχη την ενέργεια.

Η πραγματική οικονομία υπό πίεση
Πίσω από τους μακροοικονομικούς δείκτες, η καθημερινότητα των πολιτών αναδεικνύει το πραγματικό βάθος του προβλήματος. Ένα διαρκώς εντεινόμενο κύμα ακρίβειας, που τείνει να πάρει διαστάσεις «τσουνάμι», πλήττει τόσο τα ελληνικά όσο και τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά.
Οι αυξήσεις στο κόστος των καυσίμων και της ενέργειας μετακυλίονται αλυσιδωτά στο σύνολο των αγαθών και των υπηρεσιών, συμπιέζοντας σημαντικά την αγοραστική δύναμη. Το ημερομίσθιο καθίσταται ολοένα και λιγότερο επαρκές για την κάλυψη βασικών αναγκών, ενώ οι μισθοί και οι συντάξεις εξαντλούνται σε μικρότερο χρονικό διάστημα εντός του μήνα.
Το φαινόμενο της «εισοδηματικής εξάντλησης» αναδεικνύεται πλέον σε δομικό χαρακτηριστικό της οικονομικής ζωής, επηρεάζοντας όχι μόνο τα χαμηλότερα, αλλά και τα μεσαία εισοδηματικά στρώματα.

Δημοσιονομικές επιλογές και κοινωνικές ισορροπίες

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ασκούμενη οικονομική πολιτική από την κυβέρνηση φαίνεται να δίνει προτεραιότητα σε βραχυπρόθεσμες παρεμβάσεις, όπως η χορήγηση εφάπαξ ενισχύσεων, αντί σε διαρθρωτικά μέτρα που θα μπορούσαν να περιορίσουν τις πληθωριστικές πιέσεις στη ρίζα τους.
Η προσέγγιση αυτή δεν αντιμετωπίζει τις βαθύτερες αιτίες του προβλήματος. Για τους συνταξιούχους, η διατήρηση της φορολογικής επιβάρυνσης σε καύσιμα και ενέργεια συμβάλλει στη διατήρηση του κόστους σε υψηλά επίπεδα, ενισχύοντας τις δευτερογενείς πληθωριστικές πιέσεις στο σύνολο της οικονομίας.
Παράλληλα, η έμφαση σε επιδοματικές πολιτικές, αντί της αποκατάστασης χρόνιων στρεβλώσεων — όπως η ουσιαστική τιμαριθμική αναπροσαρμογή των συντάξεων, η επαναφορά της 13ης και 14ης σύνταξης και η αναθεώρηση της εισφοράς αλληλεγγύης — δημιουργεί εύλογα ερωτήματα ως προς τη βιωσιμότητα και την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων.
Στον τομέα της εργασίας, παρά τις προσδοκίες για αύξηση της κάλυψης των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις, η απουσία μιας ισχυρής Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας περιορίζει ουσιαστικά τη δυνατότητα διαμόρφωσης ενός συνεκτικού πλαισίου μισθολογικών αυξήσεων.
Οι προτάσεις των εργοδοτικών φορέων για αυξήσεις της τάξεως του 4% κινούνται σε επίπεδα που δύσκολα αντισταθμίζουν τον πληθωρισμό, ενώ η πρόταση της ΓΣΕΕ για κατώτατο μισθό στα 1.052 ευρώ αναδεικνύει την ανάγκη ουσιαστικής ενίσχυσης των εισοδημάτων. Σε κάθε περίπτωση, καθίσταται σαφές ότι μόνο μέσω θεσμοθετημένων συλλογικών διαδικασιών μπορεί να διασφαλιστεί μια πιο ισόρροπη κατανομή του παραγόμενου πλούτου, χωρίς οι μισθολογικές εξελίξεις να εξαρτώνται αποκλειστικά από μεμονωμένες επιχειρηματικές επιλογές.

Πίεση σε ελεύθερους επαγγελματίες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις
Ιδιαίτερα ευάλωτη αναδεικνύεται και η κατηγορία των ελεύθερων επαγγελματιών και των μικρομεσαίων επιχειρηματιών. Αντιμέτωποι με ένα διαρκώς αυξανόμενο λειτουργικό κόστος — από την ενέργεια και τις πρώτες ύλες έως τα ενοίκια και τις ασφαλιστικές εισφορές — δίνουν καθημερινό αγώνα για τη διατήρηση της βιωσιμότητας των επιχειρήσεών τους.
Την ίδια στιγμή, οι όποιες φοροελαφρύνσεις έχουν θεσπιστεί δεν έχουν άμεσο αντίκτυπο, καθώς τα οφέλη τους μετατίθενται σε μεταγενέστερο χρονικό ορίζοντα, ακόμη και μετά το 2027. Το αποτέλεσμα είναι μια ολόκληρη επαγγελματική τάξη να παραμένει ουσιαστικά απροστάτευτη απέναντι στο κύμα ακρίβειας, χωρίς άμεσες δικλείδες ανακούφισης.

Συμπεράσματα

Η ελληνική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σύνθετη και πολυπαραγοντική πρόκληση: τη διαχείριση ενός επίμονου πληθωρισμού σε συνθήκες μέτριας ανάπτυξης.
Η αντιμετώπιση της ακρίβειας δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά σε αποσπασματικές ενισχύσεις, αλλά απαιτεί ένα συνεκτικό μείγμα οικονομικής πολιτικής που θα συνδυάζει τη φορολογική εξομάλυνση, την ουσιαστική ενίσχυση των εισοδημάτων και τις στοχευμένες θεσμικές παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας.
Χωρίς την υλοποίηση ουσιαστικών διαρθρωτικών αλλαγών, ο κίνδυνος παγίωσης μιας «οικονομίας χαμηλών προσδοκιών» καθίσταται ορατός, με άμεσες συνέπειες τόσο για την κοινωνική συνοχή όσο και για τη μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.
--------------------------------------------------------------------------------------------------------------
*Ο Θεόδωρου Ξούλου είναι Οικονομολόγος – Σύμβουλος Ασφαλιστικών, Εργατικών & Συνταξιοδοτικών θεμάτων


Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη