Der Standard: Η Ελλάδα φλερτάρει με την πυρηνική ενέργεια

Ο Τύπος γράφει για το ελληνικό φλερτ με την ατομική ενέργεια, την άνοδο των τιμών στον ελληνικό τουρισμό και τη σημασία του «ελληνικού μοντέλου» στο θρίλερ UniCredit-Commerzbank.

Η ελληνική κυβέρνηση φαίνεται να βλέπει με θετικό τρόπο την πυρηνική ενέργεια

Για το φλερτ της Ελλάδας με την ατομική ενέργεια γράφει η αυστριακή Der Standard.


«Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, αυτό που συμβαίνει αυτές τις μέρες στην Ελλάδα θα ήταν για τους περισσότερους σχεδόν αδιανόητο. Υπάρχει ένας πολύ απλός λόγος που Ελλάδα και πυρηνική ενέργεια δεν πάνε μαζί – και αυτός εντοπίζεται στο ότι πρόκειται για μία από τις πιο σεισμογενείς χώρες της Ευρώπης. Αυτό οδήγησε άλλωστε και τις ελληνικές κυβερνήσεις σε επανειλημμένη απόρριψη σχεδίων για την κατασκευή πυρηνικών σταθμών τη δεκαετία του 1960 και του 1970». Μετά δε το τσουνάμι και την πυρηνική καταστροφή στην Ιαπωνία το 2011, «τέσσερα κράτη και η Ελλάδα ζητούσαν την απομάκρυνση της Ευρώπης από την πυρηνική ενέργεια».

Ωστόσο, «περίπου 15 χρόνια αργότερα η κατάσταση φαίνεται εντελώς διαφορετική, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να τάσσεται ανοιχτά υπέρ της πυρηνικής ενέργειας στην Ευρώπη. […] Ο Έλληνας πρωθυπουργός θέλει να εξετάσει, εκτός από την επέκταση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας όπως η αιολική και η ηλιακή και τη χρήση μικρών πυρηνικών αντιδραστήρων. Την ίδια στιγμή, η πυρηνική ενέργεια μπορεί να συμβάλει και στην αποδέσμευση της ναυτιλίας από τον άνθρακα». Η στάση του Μητσοτάκη συμβαδίζει άλλωστε και με αυτήν της προέδρου της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.
                                                   Οι SMRs θεωρούνται το μέλλον της πυρηνικής ενέργειας

Η Ελλάδα «σκοπεύει να βασιστεί στους λεγόμενους "Small Modular Reactors”, εν συντομία SMR, οι οποίοι είναι μικρότεροι, εν μέρει ασφαλέστεροι αντιδραστήρες. Η κατασκευή τους μπορεί να εκτελεστεί ταχύτερα σε σύγκριση με τους συμβατικούς πυρηνικούς σταθμούς». Όπως παρατηρεί το αυστριακό μέσο, παρά τα βήματα που έχουν γίνει στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, «η επέκταση αυτού δεν αρκεί από μόνη της για την απόλυτη ενεργειακή εξασφάλιση της χώρας, σύμφωνα με τον Μητσοτάκη, εξαιτίας των διακυμάνσεων που παρουσιάζονται στην παραγωγή αιολικής και ηλιακής ενέργειας».

Οι επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές θα συνεχιστούν – η πυρηνική ενέργεια όμως καθίσταται επίσης απαραίτητη «προκειμένου η Ευρώπη να πετύχει ταυτοχρόνως στρατηγική αυτονομία, ανταγωνιστικότητα και απομάκρυνση από τον άνθρακα».

Το τελευταίο ισχύει ιδίως στον τομέα της ελληνικής ναυτιλίας. «Με περίπου 5.700 πλοία ο στόλος που ελέγχεται από Έλληνες εφοπλιστές αντιστοιχεί περίπου στο 60% του στόλου της ΕΕ και στο 20% των παγκόσμιων ναυτιλιακών δυνατοτήτων. Τα ελληνικά πλοία μεταφέρουν το 30% του παγκόσμιου αργού πετρελαίου και το ένα τέταρτο του υγροποιημένου φυσικού αερίου. Η ποσότητα των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που προκαλούν τα ελληνικά εμπορικά πλοία δεν είναι λοιπόν αμελητέα», καταλήγει η Der Standard.

BM: Ολοένα ακριβότερες οι διακοπές στην Ελλάδα


Στις υψηλότερες τιμές στον ελληνικό τουρισμό αναφέρεται από την πλευρά της η Berliner Morgenpost.
«Οι Έλληνες ξενοδόχοι αιτιολογούν τις υψηλές τιμές με την αύξηση εξόδων: οι φόροι και τα τέλη αποτελούν το 29,8% της τελικής τιμής ενός δωματίου ξενοδοχείου στην Ελλάδα – συγκριτικά το αντίστοιχο ποσοστό στην Τουρκία τοποθετείται στο 12%.
                                   Η συντριπτική πλειονότητα των τουριστών δηλώνει ικανοποιημένη από τις διακοπές και τη διαμονή στην Ελλάδα

Παρατηρητές αποδίδουν πάντως τις υψηλές τιμές στην Ελλάδα κυρίως στη ζήτηση, η οποία αυξάνεται έντονα εδώ και τρία χρόνια. Αυτή επέτρεψε στους ξενοδόχους αυξήσεις τιμών που υπερβαίνουν κατά πολύ την αύξηση του κόστους και τους υψηλότερους φόρους. Σύμφωνα με εκπροσώπους του κλάδου πολλές επιχειρήσεις σχεδιάζουν τα επόμενα δύο χρόνια περαιτέρω αυξήσεις 5-8%. Απαιτήσεις που υπερβαίνουν κατά πολύ τον πληθωρισμό και κατά τους τουριστικούς πράκτορες θεωρούνται υπερβολικές».

Όπως παρατηρεί η Berliner Morgenpost, «σύμφωνα με μελέτη του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων το 87% των τουριστών ήταν πέρυσι ικανοποιημένοι με τη διαμονή τους σε ξενοδοχείο στην Ελλάδα – μαζί με την Κύπρο πρόκειται για τις δύο υψηλότερες επιδόσεις μεταξύ των μεσογειακών χωρών. Ιδιαίτερα καλές βαθμολογίες έλαβαν τα ελληνικά ξενοδοχεία στην καθαριότητα (91%), την εξυπηρέτηση (90%), την τοποθεσία (89%) αλλά και τη σχέση ποιότητας-τιμής (85%).

Παρ’ όλα αυτά παρατηρητές προειδοποιούν πως οι υψηλές τιμές θα μπορούσαν να αποτελέσουν ανταγωνιστικό μειονέκτημα. Οι τουρίστες τότε ενδέχεται να στραφούν σε φθηνότερες εναλλακτικές – όπως για παράδειγμα την Κροατία […] ή την Αλβανία, που εξελίσσεται ολοένα περισσότερο σε ανταγωνίτρια, με ελκυστικές τιμές έως και 40% χαμηλότερες από τα ελληνικά δεδομένα».

FAZ: Η μεγάλη αγάπη της UniCredit προς την Alpha Bank

Στο πλαίσιο του θρίλερ συγχώνευσης της ιταλικής UniCredit με τη γερμανική Commerzbank επανέρχεται διαρκώς στο προσκήνιο η συνεργασία της πρώτης με την ελληνική Alpha Bank. Την εν λόγω πτυχή πραγματεύεται σε εκτενές ρεπορτάζ της η Frankfurter Allgemeine Zeitung.
                         Ο Αντρέα Ορσέλ αναφέρεται συχνά στο «ελληνικό μοντέλο»

Στο πλαίσιο των συνομιλιών με τη διοίκηση της Commerzbank ο διευθύνων σύμβουλος της UniCredit, Αντρέα Ορσέλ, «αναφέρει ως πρότυπο την ελληνική Alpha Bank, στην οποία η UniCredit κατέχει περίπου 30%.

[…] Η Alpha Bank και η Commerzbank δύσκολα συγκρίνονται μεταξύ τους. Η μία ανήκει στις τέσσερις συστημικές τράπεζες της μικρής Ελλάδας και αποτιμάται σήμερα από τους επενδυτές στα 8,8 δισεκατομμύρια ευρώ – ούτε το ένα τέταρτο της χρηματιστηριακής αξίας της Commerzbank. Και όμως ο Ορσέλ αναφέρει τις δύο τράπεζες μαζί, γιατί θα ήθελε ιδανικά να γίνει δεκτός στη Γερμανία τόσο ανοιχτά όσο στην Ελλάδα». Δεδομένου ότι η Ελλάδα ήταν «για χρόνια γονατισμένη οικονομικά και αντιμετωπιζόταν σαν παρίας, η συνεργασία με την UniCredit εκλαμβάνεται ως παράσημο».

Κάπου εδώ «σταματούν οι παραλληλισμοί με τη Γερμανία και την Commerzbank. Επειδή οι συσχετισμοί δυνάμεων είναι εντελώς διαφορετικοί, δεν θέλουν και οι Ιταλοί να προβαίνουν σε πολύ θορυβώδεις συγκρίσεις μεταξύ των τραπεζών – από φόβο μήπως αποξενώσουν την Commerzbank. Μακροπρόθεσμα παραμένει ανοιχτό το ερώτημα σε ποιο μοντέλο θα καταλήξει η κατάσταση μεταξύ UniCredit και Commerzbank, εφόσον αλλάξει το status quo: θα διαμορφωθεί μία συνεργασία χωρίς άσκηση ελέγχου, όπως στο μοντέλο με την Alpha Bank, ή θα επιλεγεί η πλήρης ενσωμάτωση;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Ορσέλ θα προτιμούσε τη δεύτερη εκδοχή, […] εξαιτίας όμως της αντίστασης της Commerzbank και της γερμανικής κυβέρνησης θέλει να προχωρήσει σταδιακά. Γι’ αυτό και επιλέγει να αναφερθεί και στο ελληνικό μοντέλο».

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη