Έλληνες στο Ντόρτμουντ τη δεκαετία του ’70

Μία έκθεση φωτογραφίας για τους Έλληνες γκασταρμπάιτερ στο Ντόρμουντ το 1976 και το success story της Ελλάδας, που δεν έχει φτάσει σε όλους, στον γερμανόφωνο Τύπο.

Η έκθεση απεικονίζει τη ζωή των Ελλήνων μεταναστών στο Ντόρτμουντ τη δεκαετία του ’70

Ένα δημοσίευμα για την έκθεση με τίτλο «Το τι συμβαίνει μέσα δεν αφορά κανέναν...» που παρουσιάζει φωτογραφίες Ελλήνων γκασταρμπάιτερ τη δεκαετία του ’70 στο Ντόρτμουντ φιλοξενεί η εφημερίδα Süddeutsche Zeitung του Μονάχου.
«Για τρεις μήνες το 1976, οι φωτογράφοι Γιούργκεν Σπίλερ και Τόμας Στρένγκε συμμετείχαν στη ζωή της τοπικής ελληνικής κοινότητας, προκειμένου να αποτυπώσουν μια αυθεντική εσωτερική ματιά. Ωστόσο, η πόλη αφαίρεσε την έκθεσή τους “Έλληνες στο Ντόρτμουντ” από το επίσημο πρόγραμμα των Διεθνών Ημερών Πολιτισμού εξαιτίας της “ζοφερής” και μη αρεστής πραγματικότητας που απεικόνιζε. Η Ιζόλντε Παρουσέλ, διευθύντρια του Μουσείου Hoesch στην περιοχή Νόρντστατ του Ντόρτμουντ, κατάφερε τώρα κάτι μοναδικό: παρουσίασε την αρχική έκθεση σε διευρυμένη μορφή με τον τίτλο “Το τι συμβαίνει μέσα δεν αφορά κανέναν...” με ένα συναρπαστικό συνοδευτικό φυλλάδιο μαζί με τον ερευνητή μετανάστευσης Μάνουελ Γώγο.

Οι Σπίλερ και Στρένγκε έπρεπε να επικεντρωθούν στην ελληνική κοινότητα, επειδή η έκθεση σχεδιάστηκε από το Κέντρο Νεότητας ως συμβολή στις Διεθνείς Ημέρες Πολιτισμού του Ντόρτμουντ, οι οποίες πάντα περιλάμβαναν μια χώρα-εταίρο. Το 1976 ήταν η Ελλάδα. Επομένως, ήθελαν κυρίως να δείξουν όμορφες, κλισέ εικόνες: την Ελλάδα ως τόπο νοσταλγίας με φανταστικές παραλίες, λευκά χωριά και αρχαιολογικούς χώρους».

Η πραγματικότητα δεν ήταν αρεστή


Σύμφωνα με το δημοσίευμα, «η ουσία του σκανδάλου γύρω από το έργο ήταν ότι έδειχνε την πραγματικότητα», λέει η Ιζόλντε Παρουσέλ. Έδειχνε πώς ζούσε η πρώτη γενιά των γκασταρμπάιτερ στην περιοχή του Ρουρ – σε φτωχές, περιορισμένες συνθήκες. Έτσι, τελικά η έκθεση παρουσιάστηκε μόνο ανεπίσημα σε ένα κλιμακοστάσιο».

Το ρεπορτάζ επισημαίνει ότι «σήμερα η έκθεση είναι ένας θησαυρός. Ρίχνει φως στην κατάσταση των μεταναστών εργατών σε μια αστική βιομηχανική περιοχή. Οι φωτογράφοι βυθίστηκαν, για παράδειγμα, στη θρησκευτική ζωή μιας ελληνορθόδοξης εκκλησίας ή στην πλούσια οικογενειακή ζωή σε ένα μικρό διαμέρισμα στο Ντόρτμουντ.

Η έκθεση αφηγείται επίσης την ιστορία των πρωταγωνιστών της, εξερευνώντας τις διαβαθμίσεις των πολιτισμικών προκαταλήψεων και του ρατσισμού. “Η αντίληψη της ετερότητας υπόκειται σε συνεχή αλλαγή”, γράφει ο Μάνουελ Γώγος στο συνοδευτικό φυλλάδιο της έκθεσης. “Ενώ τη δεκαετία του 1960 οι Ιταλοί, Έλληνες και Ισπανοί μετανάστες εργάτες από τη Νότια Ευρώπη συχνά περιγράφονταν ως “ξένοι”, αυτό ίσχυε όλο και λιγότερο τη δεκαετία του 1970, αλλά ακόμα περισσότερο για τους ανθρώπους τουρκικής καταγωγής”. Μέχρι σήμερα, υπάρχει αποστροφή για τους αιτούντες άσυλο από την Αφρική και τον αραβικό κόσμο. Ένα “ανεξέλεγκτο κύμα μετανάστευσης” είναι ένα επίμονο σενάριο φόβου – ένα σενάριο που προφανώς μοιράζονται και μετανάστες προηγούμενων γενεών που είχαν εγκατασταθεί άνετα σε μια χώρα, η οποία θα προτιμούσε να τους στείλει πίσω μετά από χρόνια εργασίας».

Ελλάδα: Ένα success story για λίγους

Στην αξιοσημείωτη ανάκαμψη της κάποτε μαστιζόμενης από την κρίση χώρας, η οποία όμως δεν έχει φτάσει σε όλους, αναφέρεται εκτενές ρεπορτάζ της ελβετικής εφημερίδας Neue Zürcher Zeitung.
                          Αν και τα ενοίκια βρίσκονται στα ύψη, ο μέσος μηνιαίος μισθός παραμένει χαμηλός

«Για χρόνια, το να είσαι υπουργός Οικονομικών της Ελλάδας δεν ήταν μια αξιοζήλευτη θέση – συνδεόταν με μέτρα λιτότητας και άσχημα νέα. Ο Κυριάκος Πιερρακάκης βιώνει τώρα κάτι διαφορετικό. “Η Ελλάδα θεωρείται ιστορία επιτυχίας”, λέει. Ωστόσο, προειδοποιεί ότι ο εφησυχασμός θα ήταν ακατάλληλος. Η πρόκληση είναι να διατηρηθεί αυτή η θετική τάση.
Σε μικρή απόσταση από το υπουργείο Οικονομικών, η ανάκαμψη είναι ορατή και χειροπιαστή. Στου Ψυρρή, για παράδειγμα, την κάποτε υποβαθμισμένη εργατική συνοικία της Αθήνας, ή στην πολυτελή περιοχή του Κολωνακίου. “Αλλά αυτό έχει επίσης οδηγήσει σε αύξηση των τιμών”, λέει ο κτηματομεσίτης Μάικλ Μούσου.

Αυτή τη στιγμή υπάρχει έντονη ζήτηση για ακίνητα στην Αθηναϊκή Ριβιέρα. Οι αγοραστές είναι κυρίως ξένοι που θέλουν ήλιο και θάλασσα, ειδικά οι λεγόμενοι επενδυτές Golden Visa. Πρόκειται για πλούσιους πολίτες εκτός ΕΕ, κυρίως από την Κίνα, την Τουρκία ή τη Ρωσία, οι οποίοι λαμβάνουν άδειες παραμονής στην ΕΕ για τους ίδιους και τις οικογένειές τους μέσω αγορών ακινήτων. “Είναι ένα τέλειο “πάντρεμα” μεταξύ Airbnb και Golden Visa”, λέει ο Μούσου. Καθώς ο αριθμός των τουριστών στην Αθήνα αυξάνεται σταθερά από την πανδημία, όλο και περισσότερα διαμερίσματα ενοικιάζονται για διακοπές».

Υψηλό κόστος, χαμηλοί μισθοί

Στη συνέχεια του δημοσιεύματος διαβάζουμε: «Όσο ευχάριστο είναι αυτό για τους επενδυτές, τους μεσίτες ακινήτων, τους ιδιοκτήτες ακινήτων, τις κατασκευαστικές εταιρείες, τους ξενοδόχους, τους εστιάτορες και τις τοπικές επιχειρήσεις, τόσο δυσβάσταχτο είναι για πολλούς Έλληνες με μεσαία ή χαμηλά εισοδήματα. Ειδικά οι εργαζόμενοι της ακμάζουσας τουριστικής βιομηχανίας δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα: το κόστος ζωής είναι πολύ υψηλό και οι μισθοί πολύ χαμηλοί.

Ο Μιχάλης Ρόμπος εργάζεται με πλήρες ωράριο σε ένα καφέ στο Κολωνάκι. Μαζί με τον συγκάτοικό του πληρώνουν 650 ευρώ ενοίκιο για ένα διαμέρισμα δύο δωματίων χωρίς θέρμανση στο κέντρο της πόλης. Τον Ιανουάριο, πλήρωσαν 300 ευρώ για ηλεκτρικό ρεύμα. Σε αυτό προστίθενται τα έξοδα για τρόφιμα. Με τον κατώτατο μισθό των 800 ευρώ, ο 26χρονος υπολογίζει ότι του απομένουν λίγο κάτω από 200 ευρώ για να περάσει τον μήνα.

Οι δύο νεαροί άνδρες ανήκουν στη γενιά που μεγάλωσε κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Συμφωνούν ότι δεν υπάρχει κανένα σημάδι ανάκαμψης. “Είμαστε ακόμη στη μέση μιας κρίσης”, λέει ο Ρόμπος, “αλλά διαφορετικά από ό,τι πριν από δέκα χρόνια”. Σήμερα, ο πληθωρισμός είναι το κύριο πρόβλημα. Ο Ρόμπος αφήνει τα παράπονα στους άλλους. Καλύτερες εποχές έρχονται, λέει. “Πρέπει να αγωνιστούμε τώρα για να κάνουμε τα όνειρά μας πραγματικότητα”».
Σύμφωνα με έρευνες της Eurostat, τα δύο τρίτα των Ελλήνων που ερωτήθηκαν λένε ότι δεν έχουν νιώσει κανένα όφελος από την οικονομική ανάκαμψη

Σύμφωνα με έρευνες της Eurostat, τα δύο τρίτα των Ελλήνων που ερωτήθηκαν λένε ότι δεν έχουν νιώσει κανένα όφελος από την οικονομική ανάκαμψη. Αισθάνονται φτωχοί ή λένε ότι παλεύουν με σημαντικές οικονομικές δυσκολίες.
H αρθρογράφος σημειώνει ότι «πολλοί συνταξιούχοι, όπως η κυρία Ρίτσα, μοιράζονται αυτή τη μοίρα. Το διαμέρισμά της δεν διαθέτει κεντρική θέρμανση και το κόστος του ηλεκτρικού ρεύματος εκτοξεύεται στα ύψη – 170 ευρώ μόνο τον περασμένο μήνα. Από τότε που πέθανε ο σύζυγός της ζει με σύνταξη χηρείας 470 ευρώ. Πέρυσι, έλαβε αύξηση σύνταξης 12 ευρώ – επειδή η οικονομία ανακάμπτει. Ωστόσο, δεν το βάζει κάτω. “Το να κάθεσαι και να κλαις δεν βοηθάει”, λέει. Προσθέτει ότι δεν είναι η πρώτη φορά που περνά δύσκολες στιγμές, μεγάλωσε στη φτώχεια.

Τα υψηλά ενοίκια και η έλλειψη κατοικιών αποτελούν πρόβλημα για όλο και περισσότερους Έλληνες. “Η πολιτική και η οικονομία είναι δύο διαφορετικοί πλανήτες”, λέει ο Μούσου. Σύμφωνα με τον κτηματομεσίτη, περιπτώσεις όπως της κυρίας Ρίτσας χρήζουν κρατικής βοήθειας.
Ο Πιερρακάκης γνωρίζει ότι η έξοδος από την κρίση είναι ένα ηράκλειο έργο για τους πολίτες. Επαινεί το σθένος τους. Ίσως εννοεί τη στάση ανθρώπων όπως η κυρία Ρίτσα και ο Μιχάλης Ρόμπος: κάνουν το καλύτερο δυνατόν σε μια δύσκολη κατάσταση», καταλήγει το δημοσίευμα.

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη