Βερολίνο: Ένα Παλάτι για τη Δημοκρατία φτιαγμένο από αμίαντο

Το εμβληματικό κτήριο που ενσάρκωσε τα ιδανικά και τις υποσχέσεις της Λαοκρατικής Δημοκρατίας ήταν από την πρώτη μέρα ένα παράνομο οικοδόμημα – ενδεικτικό για τις αντιφάσεις του καθεστώτος.

Εγκαινιάστηκε πριν από ακριβώς 50 χρόνια – η λειτουργία του σταμάτησε με την πτώση του καθεστώτος της Ανατολικής Γερμανίας

Το Παλάτι της Δημοκρατίας (Palast der Republik) εγκαινιάστηκε στις 23 Απριλίου 1976 στο Βερολίνο και αποτέλεσε μία αρχιτεκτονική «βιτρίνα» της κομμουνιστικής Ανατολικής Γερμανίας, συνδυάζοντας πολιτική εξουσία και ψυχαγωγία: κοινοβούλιο, συναυλιακοί χώροι, εστιατόρια και χώροι αναψυχής, όλα κάτω από την ίδια στέγη. Ακόμα και καφέ μπορούσε κανείς να πιει εκεί – ένα πολυτελές αγαθό κατα τ' άλλα στην πρώην Ανατολική Γερμανία.
                        Ένα εμβληματικό κτήριο στο Βερολίνο, που δεν υπάρχει πια

Τα χιλιάδες φωτιστικά στο φουαγιέ τού χάρισαν το παρατσούκλι «Το μαγαζάκι με τις λάμπες του Έριχ», από τον ηγέτη του SED Έριχ Χόνεκερ. Άλλοι το αποκαλούσαν «Palazzo Protzo» λόγω της επιδεικτικής του χλιδής. Για αρκετούς, τέλος, ήταν μία υλική έκφραση της αυταρχικής εξουσίας του καθεστώτος της Ανατολικής Γερμανίας.

Ωστόσο, πίσω από την αστραφτερή εικόνα του «οίκου του λαού» υπήρχαν και αρκετές σκοτεινές πτυχές: Η κατασκευή του ολοκληρώθηκε σε χρόνο-ρεκόρ, με τεράστιο οικονομικό κόστος και με υλικά τα οποία εισήχθησαν από τη Δύση. Για λόγους πυροπροστασίας χρησιμοποιήθηκαν πάνω από 720 τόνοι ψεκασμένου αμιάντου, κι αυτό παρά το ότι η χρήση του είχε ήδη απαγορευτεί στη ΛΔΓ από το 1969 λόγω της καρκινογόνου δράσης του. Με άλλα λόγια, το κτήριο ήταν παράνομο ήδη από την πρώτη ημέρα λειτουργίας του. Μία επιλογή που έως έναν βαθμό αντικατοπτρίζει και το πώς λειτουργούσε το καθεστώς: όταν το κύρος και η πολιτική βούληση το απαιτούσαν, οι νόμοι παρακάμπτονταν. Το Παλάτι της Δημοκρατίας δεν χρειαζόταν καν τυπική οικοδομική άδεια: η απόφαση της ηγεσίας ήταν αρκετή.
                           Τα χιλιάδες φωτιστικά στο φουαγιέ τού χάρισαν το παρατσούκλι «Το μαγαζάκι με τις λάμπες του Έριχ», από τον Έριχ Χόνεκερ

Παρά τις αντιφάσεις του, το κτήριο αποτέλεσε για πολλούς Ανατολικογερμανούς έναν χώρο ιδανικό για «αποδράσεις από την καθημερινότητα», μια «όαση» μέσα σε μια συχνά δύσκολη πραγματικότητα. Την ίδια στιγμή, όμως, ήταν και σύμβολο ανισότητας και σπατάλης, σε μια χώρα που αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. «Ο εξοπλισμός είναι εξαιρετικά υψηλής ποιότητας. Δεν έγινε καμία οικονομία ούτε σε υλικά ούτε σε χρήματα», ανέφερε ένας Δυτικογερμανός ανταποκριτής με αφορμή τα εγκαίνια του κτηρίου πριν από μισό αιώνα.

Ένα παλάτι φτιαγμένο από αμίαντο

Το παλάτι έκλεισε την ίδια στιγμή που η Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας έπαψε να υπάρχει ως κράτος. Η τελευταία κυβέρνησή της διέταξε το κλείσιμό του τον Σεπτέμβριο του 1990 λόγω μόλυνσης από αμίαντο – μόλις 14 χρόνια μετά τη λειτουργία του.
                                       Η (αμφιλεγόμενη) κατεδάφιση και των τελευταίων τμημάτων του Palast der Republik

Το 2003, το γερμανικό κοινοβούλιο αποφάσισε την κατεδάφισή του και την ανέγερση ενός νέου κτηρίου, πιο συμβατού, όπως θεωρήθηκε, με την αισθητική του επανενωμένου Βερολίνου. Λόγω της επικινδυνότητας του αμιάντου τελικά κατεδαφίστηκε το 2006-2008, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις. Για κάποιους, η κατεδάφιση επισφράγισε την προσπάθεια διαγραφής, όπως τη χαρακτήριζαν, της ιστορίας της Ανατολικής Γερμανίας, ενώ για άλλους, ήταν άλλη μια αναγκαία ρήξη με το παρελθόν.

Σήμερα, στη θέση του βρίσκεται το Χούμπολντ Φόρουμ, ένα πολιτιστικό κέντρο και μουσείο, εν μέρει ανακατασκευή του πρωσικού ανακτόρου που βρισκόταν εκεί στο παρελθόν. Παρά τις περιστασιακές εκθέσεις που διοργανώνονται για το Παλάτι της Δημοκρατίας, δεν υπάρχει καμία μόνιμη αναπαράσταση ή έκθεση. Μόνο οι μνήμες εκείνων που το έζησαν –με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.

Χρύσα Βαχτσεβάνου -D.W
Πηγές: Berlin Kurier, dw


Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη