Ο γερμανικός Τύπος γράφει για τις ενεργειακές πολιτικές της τουρκικής κυβέρνησης και τις προεκτάσεις της κρίσης στα Στενά του Ορμούζ στην παγκόσμια πολιτική.

Η Τουρκία επενδύει σημαντικά στην ηλιακή ενέργεια
Για την επένδυση της Τουρκίας στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αλλά και τον άνθρακα γράφει η tageszeitung.
«Οι ειδικοί ζητούν πολύ περισσότερες επενδύσεις σε συστήματα αποθήκευσης ενέργειας και στην επέκταση των ηλεκτρικών δικτύων για τη μεταφορά πράσινης ενέργειας. Παραδόξως, ακριβώς αυτό κάνει η δεξιά και οικονομικά νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση του Τούρκου προέδρου Ερντογάν», με μαζικές επενδύσεις σε συστήματα αποθήκευσης ενέργειας με μπαταρίες.
Όσον αφορά τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, για καιρό «η ηλιακή ενέργεια στην Τουρκία είχε παραμεληθεί σημαντικά. […] Ωστόσο τα τελευταία χρόνια αυτό έχει αλλάξει και το ποσοστό της ηλιακής ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα διπλασιάστηκε από 6,7% το 2023 σε 13,4% το 2025. […] Μέχρι το 2035, σύμφωνα με τα σχέδια, η ενεργειακή ισχύς από ηλιακή και αιολική ενέργεια θα τριπλασιαστεί.
Οι αισθητά χαμηλότερες τιμές των φωτοβολταϊκών, των μπαταριών και του λοιπού εξοπλισμού ανανεώσιμων πηγών, λόγω της υπερπαραγωγής στην Κίνα, ενδέχεται να αποτελέσουν καθοριστικό παράγοντα για την καθαρή ενέργεια στην Τουρκία. Αυτό θα μπορούσε επίσης να καταστήσει τη χώρα πιο ανεξάρτητη από τις ακριβές εισαγωγές ορυκτών καυσίμων».

Ως προς αυτό πάντως υπάρχει ακόμη πολύς δρόμος για την Τουρκία, όπως εξηγεί η taz. «Πρώτον, πάνω από το ήμισυ της ηλεκτρικής ενέργειας εξακολουθεί να προέρχεται από ορυκτά καύσιμα. Και δεύτερον, ο βασικός πυλώνας των ανανεώσιμων πηγών στην Τουρκία παραμένει η υδροηλεκτρική ενέργεια, […] η παραγωγή της οποίας πάντως μειώνεται τα τελευταία χρόνια λόγω των πολλών ξηρασιών και της επακόλουθης μείωσης της στάθμης των υδάτων».
Παράλληλα, «η τουρκική κυβέρνηση δεν επενδύει μόνο στις ανανεώσιμες πηγές, αλλά και στην επέκταση της ρυπογόνου παραγωγής ενέργειας από άνθρακα. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιείται κυρίως λιγνίτης, ο οποίος είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικός για το περιβάλλον. Επιπλέον, η εξόρυξη λιγνίτη καταστρέφει εκτεταμένα και οικολογικά πολύτιμα τοπία στη νοτιοδυτική Τουρκία. Παρά την έντονη αντίσταση των κατοίκων αποψιλώνονται μεγάλης έκτασης δάση και ελαιώνες και εκκενώνονται ολόκληρα χωριά. […] Στόχος είναι η μείωση της εξάρτησης από τον εισαγόμενο άνθρακα, διότι, πέραν από πετρέλαιο και φυσικό αέριο, η Τουρκία εξακολουθεί να εισάγει και άνθρακα».
Κρίση του Ορμούζ όπως… κρίση του Σουέζ;
Η Süddeutsche Zeitung εστιάζει από την πλευρά της στη στάση της Ευρώπης απέναντι στην πολιτική των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και ιδίως το ζήτημα των Στενών του Ορμούζ.

«Οι Ευρωπαίοι θεώρησαν συνετό να καταστήσουν δημοσίως σαφές στον πρόεδρο Τραμπ, ο οποίος ήδη δεν ήταν ιδιαιτέρως φιλικά διακείμενος προς αυτούς, ότι ο πόλεμός εναντίον του Ιράν "δεν είναι πόλεμος της Ευρώπης”. Το κατά πόσο ισχύει αυτό ή όχι είναι δευτερεύον. Το σημαντικό είναι πως αυτή η ρητορική επιβεβαίωσε όλα τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις που έχει στο μυαλό του ο Τραμπ, όταν σκέφτεται την Ευρώπη και το ΝΑΤΟ. Για τον πεισματάρη και προσβεβλημένο πρόεδρο των ΗΠΑ οι σύμμαχοι είναι απλώς δειλοί τζαμπατζήδες που δεν του έδωσαν ούτε τη Γροιλανδία».
Παράλληλα, τη στιγμή που ΗΠΑ και Ευρώπη «αυτοσχεδιάζουν», η μεν Ρωσία «χαίρεται αφ’ ενός που αυξάνεται η τιμή του πετρελαίου, αφ’ ετέρου που το ΝΑΤΟ βάζει το ένα καρφί μετά το άλλο στο ίδιο του το φέρετρο», ενώ η δε Κίνα «παρακολουθεί με ηρεμία πώς ο μεγαλύτερος στρατηγικός της αντίπαλος αυτο-αποδομείται. Ίσως θα έπρεπε η Ρωσία και η Κίνα να αναλάβουν τη χρηματοδότηση της Αψίδας του Θριάμβου που θέλει να φτιάξει στην Ουάσινγκτον ο Τραμπ».
Η tageszeitung του Βερολίνου προβαίνει σε έναν ενδιαφέρον παραλληλισμό μεταξύ του τρέχοντος ζητήματος στα Στενά του Ορμούζ και της κρίσης του Σουέζ το 1956.
«Η κρίση του Σουέζ αποδείχθηκε σημείο καμπής για την παγκόσμια πολιτική. Ήταν το καρφί στο φέρετρο του βρετανικού και γαλλικού ιμπεριαλισμού. […] Σήμερα η δυναμική του πολέμου στο Ιράν, που περιστρέφεται κυρίως γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παρουσιάζει εντυπωσιακές ομοιότητες με την κρίση του Σουέζ.
Και πάλι πρόκειται για τον έλεγχο μιας θαλάσσιας οδού ζωτικής σημασίας για τον κόσμο. Και πάλι μια ιμπεριαλιστική δύναμη ρίχνεται σε μια στρατιωτική περιπέτεια με αβέβαιο αποτέλεσμα. Και πάλι υπάρχει ασάφεια ως προς τους πολιτικούς στόχους της στρατιωτικής δράσης: μόνο ελευθερία στις θάλασσες ή τελικά αλλαγή καθεστώτος;» Κατά την taz «από την κρίση του Ορμούζ εξαρτώνται πολύ περισσότερα από το παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου. Διακυβεύεται η συνέχιση ή το τέλος των παγκόσμιων αξιώσεων ισχύος των ΗΠΑ».

Η Τουρκία επενδύει σημαντικά στην ηλιακή ενέργεια
Για την επένδυση της Τουρκίας στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αλλά και τον άνθρακα γράφει η tageszeitung.
«Οι ειδικοί ζητούν πολύ περισσότερες επενδύσεις σε συστήματα αποθήκευσης ενέργειας και στην επέκταση των ηλεκτρικών δικτύων για τη μεταφορά πράσινης ενέργειας. Παραδόξως, ακριβώς αυτό κάνει η δεξιά και οικονομικά νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση του Τούρκου προέδρου Ερντογάν», με μαζικές επενδύσεις σε συστήματα αποθήκευσης ενέργειας με μπαταρίες.
Όσον αφορά τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, για καιρό «η ηλιακή ενέργεια στην Τουρκία είχε παραμεληθεί σημαντικά. […] Ωστόσο τα τελευταία χρόνια αυτό έχει αλλάξει και το ποσοστό της ηλιακής ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα διπλασιάστηκε από 6,7% το 2023 σε 13,4% το 2025. […] Μέχρι το 2035, σύμφωνα με τα σχέδια, η ενεργειακή ισχύς από ηλιακή και αιολική ενέργεια θα τριπλασιαστεί.
Οι αισθητά χαμηλότερες τιμές των φωτοβολταϊκών, των μπαταριών και του λοιπού εξοπλισμού ανανεώσιμων πηγών, λόγω της υπερπαραγωγής στην Κίνα, ενδέχεται να αποτελέσουν καθοριστικό παράγοντα για την καθαρή ενέργεια στην Τουρκία. Αυτό θα μπορούσε επίσης να καταστήσει τη χώρα πιο ανεξάρτητη από τις ακριβές εισαγωγές ορυκτών καυσίμων».

Η Τουρκία ενισχύει την ανανεώσιμη ενέργειά της
Ως προς αυτό πάντως υπάρχει ακόμη πολύς δρόμος για την Τουρκία, όπως εξηγεί η taz. «Πρώτον, πάνω από το ήμισυ της ηλεκτρικής ενέργειας εξακολουθεί να προέρχεται από ορυκτά καύσιμα. Και δεύτερον, ο βασικός πυλώνας των ανανεώσιμων πηγών στην Τουρκία παραμένει η υδροηλεκτρική ενέργεια, […] η παραγωγή της οποίας πάντως μειώνεται τα τελευταία χρόνια λόγω των πολλών ξηρασιών και της επακόλουθης μείωσης της στάθμης των υδάτων».
Παράλληλα, «η τουρκική κυβέρνηση δεν επενδύει μόνο στις ανανεώσιμες πηγές, αλλά και στην επέκταση της ρυπογόνου παραγωγής ενέργειας από άνθρακα. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιείται κυρίως λιγνίτης, ο οποίος είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικός για το περιβάλλον. Επιπλέον, η εξόρυξη λιγνίτη καταστρέφει εκτεταμένα και οικολογικά πολύτιμα τοπία στη νοτιοδυτική Τουρκία. Παρά την έντονη αντίσταση των κατοίκων αποψιλώνονται μεγάλης έκτασης δάση και ελαιώνες και εκκενώνονται ολόκληρα χωριά. […] Στόχος είναι η μείωση της εξάρτησης από τον εισαγόμενο άνθρακα, διότι, πέραν από πετρέλαιο και φυσικό αέριο, η Τουρκία εξακολουθεί να εισάγει και άνθρακα».
Κρίση του Ορμούζ όπως… κρίση του Σουέζ;
Η Süddeutsche Zeitung εστιάζει από την πλευρά της στη στάση της Ευρώπης απέναντι στην πολιτική των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και ιδίως το ζήτημα των Στενών του Ορμούζ.

Θα μπορούσε η κρίση στα Στενά του Ορμούζ να περιορίσει την κυριαρχία των ΗΠΑ;
«Οι Ευρωπαίοι θεώρησαν συνετό να καταστήσουν δημοσίως σαφές στον πρόεδρο Τραμπ, ο οποίος ήδη δεν ήταν ιδιαιτέρως φιλικά διακείμενος προς αυτούς, ότι ο πόλεμός εναντίον του Ιράν "δεν είναι πόλεμος της Ευρώπης”. Το κατά πόσο ισχύει αυτό ή όχι είναι δευτερεύον. Το σημαντικό είναι πως αυτή η ρητορική επιβεβαίωσε όλα τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις που έχει στο μυαλό του ο Τραμπ, όταν σκέφτεται την Ευρώπη και το ΝΑΤΟ. Για τον πεισματάρη και προσβεβλημένο πρόεδρο των ΗΠΑ οι σύμμαχοι είναι απλώς δειλοί τζαμπατζήδες που δεν του έδωσαν ούτε τη Γροιλανδία».
Παράλληλα, τη στιγμή που ΗΠΑ και Ευρώπη «αυτοσχεδιάζουν», η μεν Ρωσία «χαίρεται αφ’ ενός που αυξάνεται η τιμή του πετρελαίου, αφ’ ετέρου που το ΝΑΤΟ βάζει το ένα καρφί μετά το άλλο στο ίδιο του το φέρετρο», ενώ η δε Κίνα «παρακολουθεί με ηρεμία πώς ο μεγαλύτερος στρατηγικός της αντίπαλος αυτο-αποδομείται. Ίσως θα έπρεπε η Ρωσία και η Κίνα να αναλάβουν τη χρηματοδότηση της Αψίδας του Θριάμβου που θέλει να φτιάξει στην Ουάσινγκτον ο Τραμπ».
Η tageszeitung του Βερολίνου προβαίνει σε έναν ενδιαφέρον παραλληλισμό μεταξύ του τρέχοντος ζητήματος στα Στενά του Ορμούζ και της κρίσης του Σουέζ το 1956.
«Η κρίση του Σουέζ αποδείχθηκε σημείο καμπής για την παγκόσμια πολιτική. Ήταν το καρφί στο φέρετρο του βρετανικού και γαλλικού ιμπεριαλισμού. […] Σήμερα η δυναμική του πολέμου στο Ιράν, που περιστρέφεται κυρίως γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παρουσιάζει εντυπωσιακές ομοιότητες με την κρίση του Σουέζ.
Και πάλι πρόκειται για τον έλεγχο μιας θαλάσσιας οδού ζωτικής σημασίας για τον κόσμο. Και πάλι μια ιμπεριαλιστική δύναμη ρίχνεται σε μια στρατιωτική περιπέτεια με αβέβαιο αποτέλεσμα. Και πάλι υπάρχει ασάφεια ως προς τους πολιτικούς στόχους της στρατιωτικής δράσης: μόνο ελευθερία στις θάλασσες ή τελικά αλλαγή καθεστώτος;» Κατά την taz «από την κρίση του Ορμούζ εξαρτώνται πολύ περισσότερα από το παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου. Διακυβεύεται η συνέχιση ή το τέλος των παγκόσμιων αξιώσεων ισχύος των ΗΠΑ».
Γιώργος Πασσάς -D.W
Tags
ΕΥΡΩΠΗ