«Δεν μπορεί να κλείσει». Με αυτόν τον τίτλο η ZEIT αναφέρεται στην ανακοίνωση της DW για κλείσιμο του ελληνικού προγράμματος, προειδοποιώντας για «πολύ σοβαρό λάθος». Ακόμα, δημοσιεύματα στον Τύπο για τον ΟΠΕΚΕΠΕ.

Η ZEIT τάσσεται ενάντια στην κατάργηση της ελληνικής υπηρεσίας της DW
Εκτενές ρεπορτάζ αναφορικά με το κλείσιμο του ελληνικού προγράμματος της Deutsche Welle φιλοξενεί η εφημερίδα ZEIT στην έντυπη έκδοσή της, προειδοποιώντας ότι πιθανώς να πρόκειται για ένα «πολύ σοβαρό λάθος» και αναλύει εκτενώς τους λόγους για τους οποίους, κατά τη γνώμη του αρθρογράφου, είναι «επειγόντως απαραίτητο» στην Ελλάδα.
Πρόκειται για μία απόφαση, την οποία «δεν μπορεί κανείς να κατανοήσει στην Ελλάδα, ενώ και στη Γερμανία δεν είναι σαφές γιατί η DW θέλει να καταργήσει ειδικά την ελληνική της υπηρεσία στο τέλος του έτους. Πέραν των παγκόσμιας εμβέλειας γλωσσών, συμπεριλαμβάνονται στην DW και λιγότερο διαδεδομένες γλώσσες, όπως τα κροατικά και τα βοσνιακά, που είναι και αρκετά παρόμοια μεταξύ τους, τα μακεδονικά ή τα αμχαρικά που ομιλούνται στην Αιθιοπία. Όλα αυτά είναι πολύ αξιέπαινα, ωστόσο μεταξύ όλων αυτών των γλωσσών γιατί θεωρείται η ελληνική ως αυτή που μπορεί να αφαιρεθεί πιο εύκολα»;
Όπως επισημαίνει περαιτέρω η ZEIT, «η DW απολαμβάνει αξιοσημείωτη δημοτικότητα στην Ελλάδα. Στην τελευταία μέτρηση του σταθμού πριν από πέντε χρόνια, το 43% των Ελλήνων χρησιμοποιούσε τις ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές υπηρεσίες της. Έκτοτε, η ελληνική υπηρεσία έχει ενισχύσει σημαντικά την παρουσία της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης», μετρώντας εκατομμύρια προβολές μηνιαίως, ενώ «το πεδίο μετάδοσης της υπηρεσίας εκτείνεται πέρα από τα σύνορα της χώρας, καθώς η DW έχει κοινό και στην Κύπρο. Αντιστοίχως μεγάλες ήταν και οι αντιδράσεις που έφερε στην Ελλάδα η είδηση για το κλείσιμο του προγράμματος».
Γέφυρα μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας
Η γερμανική εφημερίδα είναι πεπεισμένη πως θα πρέπει να επανεξεταστεί η απόφαση περί της κατάργησης του ελληνικού προγράμματος και σημειώνει:

«Πρώτον, Έλληνες και Γερμανοί βλέπουν με πολύ διαφορετικό τρόπο τη μεταξύ τους σχέση και οι παρεξηγήσεις είναι πολλές – συχνά προς έκπληξη πολλών Γερμανών, που θεωρούν ότι οι ελληνογερμανικές σχέσεις είναι τόσο ανέφελες, όσο ο γαλάζιος ουρανός πάνω από το Αιγαίο». Στο αποκορύφωμα της ελληνικής κρίσης το 2015, όταν οι διμερείς σχέσεις είχαν φτάσει στο ναδίρ και ενώ ορισμένα ελληνικά μέσα κατέφευγαν σε αναφορές γύρω από το ναζιστικό καθεστώς, «η ελληνική υπηρεσία της DW προσέφερε τη δυνατότητα τουλάχιστον να γίνουν πιο κατανοητές οι θέσεις της γερμανικής κυβέρνησης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Το ίδιο συνέβη και όταν το 2019 το ελληνικό κοινοβούλιο κάλεσε την κυβέρνηση να διεκδικήσει έως και 290 δισεκατομμύρια ευρώ σε αποζημιώσεις από τη Γερμανία για τα εγκλήματα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αναφέρει το ρεπορτάζ. Τότε η DW εξήγησε στο ελληνικό κοινό γιατί αυτό δεν είναι τόσο απλό με βάση το Διεθνές Δίκαιο. Και στην πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με τη Λατινική Αμερική (Mercosur), τη στιγμή που τα ελληνικά μέσα υιοθετούσαν σχεδόν ομόφωνα αρνητική στάση, η DW παρουσίασε τα επιχειρήματα τόσο υπέρ όσο και κατά».
Αυτό που φαίνεται περιττό στη Γερμανία, είναι σημαντικό αλλού
Η ZEIT υπενθυμίζει ακόμα πως «οι παλαιότεροι φίλοι της DW στην Ελλάδα θυμούνται τον σημαντικό ρόλο που διετέλεσε κατά τη διάρκεια της χούντας. Τότε πολλοί Έλληνες δημοσιογράφοι βρήκαν καταφύγιο στην DW και μετέδιδαν ελεύθερα από την Κολωνία προς την πατρίδα τους.
Ωστόσο, δεν χρειάζεται να πάει κανείς τόσο πίσω για να θελήσει να υπάρχει μια ανεξάρτητη φωνή στην Ελλάδα. Τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης βρίσκονται υπό τριπλή πίεση: από επιχειρηματίες, που χρησιμοποιούν τα μέσα για πολιτικούς και οικονομικούς σκοπούς, από το κράτος, που προσπαθεί να παρεμβαίνει στις συντακτικές ομάδες, αλλά και από όσους μηνύουν και εκφοβίζουν ανεξάρτητους δημοσιογράφους. Σύμφωνα με τους Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα, η Ελλάδα βρίσκεται τελευταία στην ΕΕ αναφορικά με την ελευθερία του Τύπου και παγκοσμίως στη διόλου τιμητική 89η θέση.
Τις αδυναμίες του ελληνικού μιντιακού τοπίου τις γνωρίζουν και άλλοι, οι οποίοι σπεύδουν να αξιοποιήσουν την ευκαιρία. Ο ανταγωνισμός είναι έντονος. Το China Global Television Network και ο τουρκικός διεθνής σταθμός TRT διεκδικούν παρουσία στην ελληνική αγορά. Η Ρωσία, της οποίας τα κρατικά μέσα έχουν απαγορευτεί στην ΕΕ, προωθεί τις θέσεις της μέσω influencers και κοινωνικών δικτύων – και δη με επιτυχία: εντός της ΕΕ οι Έλληνες έχουν την πιο θετική στάση απέναντι στη Ρωσία, με το 38% να έχει θετική εικόνα για το κράτος του Πούτιν».
Βάσει των ανωτέρω, προς όφελος δηλαδή των διμερών σχέσεων Ελλάδας-Γερμανίας, της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας αλλά και για λόγους γεωπολιτικούς, η διατήρηση της ελληνικής υπηρεσίας της DW «όσο περιττή και αν φαίνεται σε κάποιους από εμάς στη Γερμανία, είναι πολύ σημαντική για άλλους».
ΝΖΖ για ΟΠΕΚΕΠΕ: Υπό πίεση η κυβέρνηση
Νέα δημοσιεύματα αναφορικά με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ κυκλοφορούν στον γερμανόφωνο Τύπο.

Η ελβετική Neue Zürcher Zeitung σε άρθρο με τίτλο «Η ελληνική κυβέρνηση υπό πίεση», παρατηρεί πως «ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε τις απάτες χρόνιο πρόβλημα στον αγροτικό τομέα της χώρας, που είχε ξεκινήσει ήδη πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του». Παρ’ όλα αυτά, «οι πολιτικοί που βρίσκονται στο στόχαστρο της Δικαιοσύνης ανήκουν στο συντηρητικό κυβερνών κόμμα της Νέας Δημοκρατίας του πρωθυπουργού Μητσοτάκη». Την ίδια στιγμή, «η αντιπολίτευση απαιτεί παραιτήσεις και πρόωρες εκλογές, κάτι που δεν φαίνεται πάντως να επηρεάζει τον Μητσοτάκη […] Ο τελευταίος χαρακτήρισε τις πρόσφατες αποκαλύψεις σημείο καμπής, που θα ενισχύσει ακόμα περισσότερο τον αγώνα του κατά της βαθιά ριζωμένης διαφθοράς – το λεγόμενο βαθύ κράτος. Δήλωσε αποφασισμένος να μετατρέψει την Ελλάδα σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Το περασμένο καλοκαίρι, όταν είχε έρθει στο φως το σκάνδαλο των επιδοτήσεων, ο Μητσοτάκης είχε εκφωνήσει παρόμοια ομιλία.
Οι επικριτές του τον κατηγορούν ότι τους τελευταίους μήνες επιχείρησε περισσότερο να περιορίσει τη ζημιά, παρά να διαλευκάνει την υπόθεση. Η στάση αυτή αποκαλύπτει, κατά τους ίδιους, τις αδυναμίες του κράτους στην αντιμετώπιση της διαφθοράς. Παρατηρητές προειδοποιούν πάντως πως η υπόθεση θα μπορούσε να οδηγήσει την κυβέρνηση σε σοβαρή κρίση και να απειλήσει την πολιτική σταθερότητα της Ελλάδας», καταλήγει η NZZ.
Σε άρθρο με τίτλο «Το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι» η tageszeitung του Βερολίνου επισημαίνει από την πλευρά της πως στα επτά χρόνια που κυβερνά μόνη της η ΝΔ έχουν προκύψει: «ένα τεράστιο σκάνδαλο παρακολουθήσεων, ένα καταστροφικό σιδηροδρομικό δυστύχημα με 57 νεκρούς και τώρα το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ». Ως εκ τούτου, «είναι αμφίβολο εάν η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα διατηρηθεί στην εξουσία μέχρι τις εκλογές της άνοιξης του 2027».
Σε πρόσφατο βιντεοσκοπημένο μήνυμά του ο πρωθυπουργός ανέφερε πως «κάθε βουλευτής που διατηρεί πολιτικό γραφείο και ισχυρίζεται ότι δεν έχει κάνει ποτέ κανένα ρουσφέτι είναι απλώς ψεύτης». Όπως παρατηρεί η taz, «για τους επικριτές του Μητσοτάκη, που αυξάνονται ακόμα και εντός του κόμματός του, το ζήτημα είναι ξεκάθαρο: "Το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι"».

Η ZEIT τάσσεται ενάντια στην κατάργηση της ελληνικής υπηρεσίας της DW
Εκτενές ρεπορτάζ αναφορικά με το κλείσιμο του ελληνικού προγράμματος της Deutsche Welle φιλοξενεί η εφημερίδα ZEIT στην έντυπη έκδοσή της, προειδοποιώντας ότι πιθανώς να πρόκειται για ένα «πολύ σοβαρό λάθος» και αναλύει εκτενώς τους λόγους για τους οποίους, κατά τη γνώμη του αρθρογράφου, είναι «επειγόντως απαραίτητο» στην Ελλάδα.
Πρόκειται για μία απόφαση, την οποία «δεν μπορεί κανείς να κατανοήσει στην Ελλάδα, ενώ και στη Γερμανία δεν είναι σαφές γιατί η DW θέλει να καταργήσει ειδικά την ελληνική της υπηρεσία στο τέλος του έτους. Πέραν των παγκόσμιας εμβέλειας γλωσσών, συμπεριλαμβάνονται στην DW και λιγότερο διαδεδομένες γλώσσες, όπως τα κροατικά και τα βοσνιακά, που είναι και αρκετά παρόμοια μεταξύ τους, τα μακεδονικά ή τα αμχαρικά που ομιλούνται στην Αιθιοπία. Όλα αυτά είναι πολύ αξιέπαινα, ωστόσο μεταξύ όλων αυτών των γλωσσών γιατί θεωρείται η ελληνική ως αυτή που μπορεί να αφαιρεθεί πιο εύκολα»;
Όπως επισημαίνει περαιτέρω η ZEIT, «η DW απολαμβάνει αξιοσημείωτη δημοτικότητα στην Ελλάδα. Στην τελευταία μέτρηση του σταθμού πριν από πέντε χρόνια, το 43% των Ελλήνων χρησιμοποιούσε τις ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές υπηρεσίες της. Έκτοτε, η ελληνική υπηρεσία έχει ενισχύσει σημαντικά την παρουσία της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης», μετρώντας εκατομμύρια προβολές μηνιαίως, ενώ «το πεδίο μετάδοσης της υπηρεσίας εκτείνεται πέρα από τα σύνορα της χώρας, καθώς η DW έχει κοινό και στην Κύπρο. Αντιστοίχως μεγάλες ήταν και οι αντιδράσεις που έφερε στην Ελλάδα η είδηση για το κλείσιμο του προγράμματος».
Γέφυρα μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας
Η γερμανική εφημερίδα είναι πεπεισμένη πως θα πρέπει να επανεξεταστεί η απόφαση περί της κατάργησης του ελληνικού προγράμματος και σημειώνει:

Η απόφαση για κλείσιμο της ελληνικής υπηρεσίας της DW έχει προκαλέσει πλήθος αντιδράσεων σε Ελλάδα και Γερμανία
«Πρώτον, Έλληνες και Γερμανοί βλέπουν με πολύ διαφορετικό τρόπο τη μεταξύ τους σχέση και οι παρεξηγήσεις είναι πολλές – συχνά προς έκπληξη πολλών Γερμανών, που θεωρούν ότι οι ελληνογερμανικές σχέσεις είναι τόσο ανέφελες, όσο ο γαλάζιος ουρανός πάνω από το Αιγαίο». Στο αποκορύφωμα της ελληνικής κρίσης το 2015, όταν οι διμερείς σχέσεις είχαν φτάσει στο ναδίρ και ενώ ορισμένα ελληνικά μέσα κατέφευγαν σε αναφορές γύρω από το ναζιστικό καθεστώς, «η ελληνική υπηρεσία της DW προσέφερε τη δυνατότητα τουλάχιστον να γίνουν πιο κατανοητές οι θέσεις της γερμανικής κυβέρνησης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Το ίδιο συνέβη και όταν το 2019 το ελληνικό κοινοβούλιο κάλεσε την κυβέρνηση να διεκδικήσει έως και 290 δισεκατομμύρια ευρώ σε αποζημιώσεις από τη Γερμανία για τα εγκλήματα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αναφέρει το ρεπορτάζ. Τότε η DW εξήγησε στο ελληνικό κοινό γιατί αυτό δεν είναι τόσο απλό με βάση το Διεθνές Δίκαιο. Και στην πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με τη Λατινική Αμερική (Mercosur), τη στιγμή που τα ελληνικά μέσα υιοθετούσαν σχεδόν ομόφωνα αρνητική στάση, η DW παρουσίασε τα επιχειρήματα τόσο υπέρ όσο και κατά».
Αυτό που φαίνεται περιττό στη Γερμανία, είναι σημαντικό αλλού
Η ZEIT υπενθυμίζει ακόμα πως «οι παλαιότεροι φίλοι της DW στην Ελλάδα θυμούνται τον σημαντικό ρόλο που διετέλεσε κατά τη διάρκεια της χούντας. Τότε πολλοί Έλληνες δημοσιογράφοι βρήκαν καταφύγιο στην DW και μετέδιδαν ελεύθερα από την Κολωνία προς την πατρίδα τους.
Ωστόσο, δεν χρειάζεται να πάει κανείς τόσο πίσω για να θελήσει να υπάρχει μια ανεξάρτητη φωνή στην Ελλάδα. Τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης βρίσκονται υπό τριπλή πίεση: από επιχειρηματίες, που χρησιμοποιούν τα μέσα για πολιτικούς και οικονομικούς σκοπούς, από το κράτος, που προσπαθεί να παρεμβαίνει στις συντακτικές ομάδες, αλλά και από όσους μηνύουν και εκφοβίζουν ανεξάρτητους δημοσιογράφους. Σύμφωνα με τους Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα, η Ελλάδα βρίσκεται τελευταία στην ΕΕ αναφορικά με την ελευθερία του Τύπου και παγκοσμίως στη διόλου τιμητική 89η θέση.
Τις αδυναμίες του ελληνικού μιντιακού τοπίου τις γνωρίζουν και άλλοι, οι οποίοι σπεύδουν να αξιοποιήσουν την ευκαιρία. Ο ανταγωνισμός είναι έντονος. Το China Global Television Network και ο τουρκικός διεθνής σταθμός TRT διεκδικούν παρουσία στην ελληνική αγορά. Η Ρωσία, της οποίας τα κρατικά μέσα έχουν απαγορευτεί στην ΕΕ, προωθεί τις θέσεις της μέσω influencers και κοινωνικών δικτύων – και δη με επιτυχία: εντός της ΕΕ οι Έλληνες έχουν την πιο θετική στάση απέναντι στη Ρωσία, με το 38% να έχει θετική εικόνα για το κράτος του Πούτιν».
Βάσει των ανωτέρω, προς όφελος δηλαδή των διμερών σχέσεων Ελλάδας-Γερμανίας, της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας αλλά και για λόγους γεωπολιτικούς, η διατήρηση της ελληνικής υπηρεσίας της DW «όσο περιττή και αν φαίνεται σε κάποιους από εμάς στη Γερμανία, είναι πολύ σημαντική για άλλους».
ΝΖΖ για ΟΠΕΚΕΠΕ: Υπό πίεση η κυβέρνηση
Νέα δημοσιεύματα αναφορικά με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ κυκλοφορούν στον γερμανόφωνο Τύπο.

To Mέγαρο Μαξίμου στην Αθήνα
Η ελβετική Neue Zürcher Zeitung σε άρθρο με τίτλο «Η ελληνική κυβέρνηση υπό πίεση», παρατηρεί πως «ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε τις απάτες χρόνιο πρόβλημα στον αγροτικό τομέα της χώρας, που είχε ξεκινήσει ήδη πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του». Παρ’ όλα αυτά, «οι πολιτικοί που βρίσκονται στο στόχαστρο της Δικαιοσύνης ανήκουν στο συντηρητικό κυβερνών κόμμα της Νέας Δημοκρατίας του πρωθυπουργού Μητσοτάκη». Την ίδια στιγμή, «η αντιπολίτευση απαιτεί παραιτήσεις και πρόωρες εκλογές, κάτι που δεν φαίνεται πάντως να επηρεάζει τον Μητσοτάκη […] Ο τελευταίος χαρακτήρισε τις πρόσφατες αποκαλύψεις σημείο καμπής, που θα ενισχύσει ακόμα περισσότερο τον αγώνα του κατά της βαθιά ριζωμένης διαφθοράς – το λεγόμενο βαθύ κράτος. Δήλωσε αποφασισμένος να μετατρέψει την Ελλάδα σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Το περασμένο καλοκαίρι, όταν είχε έρθει στο φως το σκάνδαλο των επιδοτήσεων, ο Μητσοτάκης είχε εκφωνήσει παρόμοια ομιλία.
Οι επικριτές του τον κατηγορούν ότι τους τελευταίους μήνες επιχείρησε περισσότερο να περιορίσει τη ζημιά, παρά να διαλευκάνει την υπόθεση. Η στάση αυτή αποκαλύπτει, κατά τους ίδιους, τις αδυναμίες του κράτους στην αντιμετώπιση της διαφθοράς. Παρατηρητές προειδοποιούν πάντως πως η υπόθεση θα μπορούσε να οδηγήσει την κυβέρνηση σε σοβαρή κρίση και να απειλήσει την πολιτική σταθερότητα της Ελλάδας», καταλήγει η NZZ.
Σε άρθρο με τίτλο «Το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι» η tageszeitung του Βερολίνου επισημαίνει από την πλευρά της πως στα επτά χρόνια που κυβερνά μόνη της η ΝΔ έχουν προκύψει: «ένα τεράστιο σκάνδαλο παρακολουθήσεων, ένα καταστροφικό σιδηροδρομικό δυστύχημα με 57 νεκρούς και τώρα το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ». Ως εκ τούτου, «είναι αμφίβολο εάν η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα διατηρηθεί στην εξουσία μέχρι τις εκλογές της άνοιξης του 2027».
Σε πρόσφατο βιντεοσκοπημένο μήνυμά του ο πρωθυπουργός ανέφερε πως «κάθε βουλευτής που διατηρεί πολιτικό γραφείο και ισχυρίζεται ότι δεν έχει κάνει ποτέ κανένα ρουσφέτι είναι απλώς ψεύτης». Όπως παρατηρεί η taz, «για τους επικριτές του Μητσοτάκη, που αυξάνονται ακόμα και εντός του κόμματός του, το ζήτημα είναι ξεκάθαρο: "Το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι"».
Tags
ΕΥΡΩΠΗ