
Σημαντική συρρίκνωση του δημοσιονομικού περιθωρίου για Δήμους και Περιφέρειες έως το 2030 δείχνουν τα στοιχεία του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Προγραμματισμού 2027-2030.
Οι προβλέψεις για Δήμους και Περιφέρειες δείχνουν ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση παραμένει μεν σε θετικό αποτέλεσμα σε όλη την περίοδο, αλλά με αισθητή αποκλιμάκωση από έτος σε έτος, την ώρα που οι δαπάνες αυξάνονται και οι μεταβιβάσεις από τον τακτικό προϋπολογισμό μένουν σταθερές.
Σύμφωνα με την εγκύκλιο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους για την κατάρτιση του Πολυετούς Δημοσιονομικού Προγραμματισμού 2027-2030 και του προϋπολογισμού Γενικής Κυβέρνησης του 2027, το δημοσιονομικό αποτέλεσμα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης προβλέπεται στα 228 εκατ. ευρώ το 2027, υποχωρεί στα 158 εκατ. ευρώ το 2028, στα 124 εκατ. ευρώ το 2029 και περιορίζεται στα 71 εκατ. ευρώ το 2030.
Η μεταβολή αυτή σημαίνει ότι μέσα στην τετραετία το θετικό αποτέλεσμα μειώνεται κατά περίπου 69%, χωρίς να περνά σε αρνητικό έδαφος. Ωστόσο, η εικόνα δείχνει μικρότερο διαθέσιμο περιθώριο για τους ΟΤΑ, σε μια περίοδο κατά την οποία οι λειτουργικές, μισθολογικές και επενδυτικές ανάγκες συνεχίζουν να αυξάνονται.
Πού πιέζονται οι δαπάνες
Τα συνολικά έξοδα στον ενοποιημένο προϋπολογισμό της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αυξάνονται από 9,542 δισ. ευρώ το 2027 σε 9,808 δισ. ευρώ το 2028, 9,939 δισ. ευρώ το 2029 και 10,198 δισ. ευρώ το 2030. Πρόκειται για αύξηση 656 εκατ. ευρώ μέσα στην περίοδο 2027-2030.
Μεγάλο μέρος της αύξησης προέρχεται από τις παροχές σε εργαζόμενους, οι οποίες ανεβαίνουν από 3,308 δισ. ευρώ το 2027 σε 3,563 δισ. ευρώ το 2030. Δηλαδή μόνο η μισθολογική δαπάνη αυξάνεται κατά 255 εκατ. ευρώ μέσα στην τετραετία, στοιχείο που συνδέεται με την εξέλιξη των αποδοχών και τις ανάγκες λειτουργίας των δήμων, των περιφερειών και των νομικών τους προσώπων.
Ανοδικά κινούνται και οι επενδυτικές δαπάνες, οι οποίες από 2,780 δισ. ευρώ το 2027 προβλέπεται να φτάσουν τα 3,004 δισ. ευρώ το 2030. Η αύξηση αυτή δείχνει ότι το επενδυτικό σκέλος των ΟΤΑ παραμένει σημαντικό, αλλά ταυτόχρονα μεγαλώνει την πίεση στο συνολικό ισοζύγιο, καθώς οι ανάγκες για έργα, υποδομές και παρεμβάσεις σε τοπικό επίπεδο δεν μειώνονται.
Σταθερές οι μεταβιβάσεις από τον τακτικό προϋπολογισμό
Το πιο κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι μεταβιβάσεις από τον τακτικό προϋπολογισμό προβλέπονται σταθερές στα 3,628 δισ. ευρώ για κάθε έτος από το 2027 έως και το 2030. Αυτό σημαίνει ότι, ενώ οι δαπάνες αυξάνονται, η βασική γραμμή χρηματοδότησης από τον τακτικό προϋπολογισμό δεν ακολουθεί αντίστοιχη ανοδική πορεία.
Αντίθετα, οι μεταβιβάσεις από τον προϋπολογισμό δημοσίων επενδύσεων αυξάνονται από 2,270 δισ. ευρώ το 2027 σε 2,493 δισ. ευρώ το 2030. Η αύξηση αυτή στηρίζει κυρίως το επενδυτικό σκέλος, δεν αναιρεί όμως τη συνολική εικόνα στενότερου δημοσιονομικού χώρου, καθώς το τελικό αποτέλεσμα μειώνεται σταθερά.
Στο σκέλος των εσόδων, τα λοιπά έσοδα αυξάνονται από 1,351 δισ. ευρώ το 2027 σε 1,459 δισ. ευρώ το 2030. Η άνοδος αυτή δεν αρκεί για να αντισταθμίσει πλήρως την αύξηση των εξόδων, με αποτέλεσμα το ταμειακό ισοζύγιο να περιορίζεται από 210 εκατ. ευρώ το 2027 σε 79 εκατ. ευρώ το 2030.
Η εικόνα που αποτυπώνεται στο Πολυετές δείχνει ότι το περιθώριο ασφαλείας στους οργανισμούς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης περιορίζεται σημαντικά, ενώ οι ανάγκες για μισθοδοσία, λειτουργία και επενδύσεις κινούνται ανοδικά. Προφανώς, δεν σημαίνει αυτόματα περικοπές ή αυξήσεις τελών για τους πολίτες αλλά ότι δήμοι και περιφέρειες θα έχουν μικρότερο «αέρα» για να καλύπτουν αυξημένα κόστη και έκτακτες ανάγκες. Αυτό μπορεί να πιέσει υπηρεσίες όπως καθαριότητα, φωτισμός, πράσινο, κοινωνικές δομές και συντηρήσεις. Μπορεί επίσης να οδηγήσει σε αυστηρότερη ιεράρχηση έργων και μεγαλύτερη εξάρτηση από χρηματοδοτικά προγράμματα καθώς τα έξοδα… τρέχουν.
Για το 2030, τα συνολικά έξοδα προβλέπονται στα 10,198 δισ. ευρώ, το ταμειακό ισοζύγιο στα 79 εκατ. ευρώ και οι εθνικολογιστικές προσαρμογές αφαιρούν 9 εκατ. ευρώ, αφήνοντας το τελικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στα 71 εκατ. ευρώ.