Η FAZ γράφει για την ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης και τις προσπάθειες προσέγγισης της Αθήνας, ενώ η Handelsblatt αναφέρεται στην ελληνική στροφή στην ατομική ενέργεια.

Τα τελευταία χρόνια η Θεσσαλονίκη γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη
Η Frankfurter Allgemeine Zeitung φιλοξενεί εκτενές ρεπορτάζ για τη Θεσσαλονίκη, αναλύοντας τη μεγάλη ανάπτυξη που γνωρίζει η συμπρωτεύουσα.
«Η Θεσσαλονίκη, με τους περίπου 1,7 εκατομμύρια κατοίκους της, αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας. Όπως λέει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, η πόλη είναι "κινητήρας ανάπτυξης της Ελλάδας”. Και ο πρωθυπουργός […] φλερτάρει συχνά πολιτικά με τους Βορειοελλαδίτες, επειδή αποτελούν εκλογικό προπύργιο της Νέας Δημοκρατίας. Στις επόμενες βουλευτικές εκλογές αυτό θα μπορούσε να είναι καθοριστικής σημασίας».
Πέραν του υπερσύγχρονου μετρό που υπάρχει πλέον στην πόλη, «γίνονται πολλά έργα στη Θεσσαλονίκη», όπως μεταξύ άλλων στο λιμάνι της πόλης, «ενώ ανακατασκευάζεται και το εκθεσιακό κέντρο όπου κάθε Σεπτέμβριο φιλοξενείται η πιο σημαντική εκδήλωση για την οικονομία της Ελλάδας και της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Η περιφερειακή οδός ανυψώνεται σε μία διώροφη κυκλοφοριακή αρτηρία, προκειμένου να αντεπεξέλθει στην αυξημένη κίνηση».
Στα καφέ της πόλης και την παραλιακή λεωφόρο υπάρχει ένα «πολύχρωμο μείγμα γλωσσών, με ανθρώπους από τη Βουλγαρία, την Αλβανία, τη Βόρεια Μακεδονία, τη Σερβία, τη Ρουμανία, το Μαυροβούνιο και την Τουρκία. Πολλοί τουρίστες βρίσκονται εδώ κυρίως λόγω της Χαλκιδικής. […] Όμως η ζωντανή Θεσσαλονίκη γίνεται ολοένα περισσότερο και αυτόνομος ταξιδιωτικός προορισμός. Κάτι που ισχύει ακόμα περισσότερο για τους επιχειρηματίες».

Όπως αναφέρει το γερμανικό μέσο, αυτό είναι κάτι που ισχύει και για τους Γερμανούς: «Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία η Deutsche Telekom μετέφερε τη θυγατρική της εταιρεία λογισμικού T-Digital από την Αγία Πετρούπολη στη Θεσσαλονίκη. Παλαιότερα η Aldi είχε εδώ τα κεντρικά της γραφεία για την Ελλάδα, μία θέση που έχει διαδεχθεί σήμερα η Lidl». Στην πόλη έχουν εγκατασταθεί και πολλές άλλες μεγάλες εταιρείες, όπως η Pfizer και η Deloitte.
Ένα σημαντικό ατού είναι επίσης η εγγύτητα στη μεγάλη τουρκική αγορά, καθώς και η «νέα ανοιχτότητα της Βουλγαρίας, που εντάχθηκε το 2025 πλήρως στη Συμφωνία Σένγκεν και προσφάτως και στο ευρώ». Και το επιχειρηματικό ενδιαφέρον για τη Θεσσαλονίκη δεν αφορά μόνο τις μεγάλες αλλά και μικρότερες και αναπτυσσόμενες εταιρείες, ιδίως εκείνες που συνεργάζονται με οικονομικούς δρώντες στα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη.
Η άνιση ελληνική ανάπτυξη
Ταυτοχρόνως όμως πολλοί άνθρωποι και επιχειρήσεις εκφράζουν και έντονες ανησυχίες. Μία από αυτές συνίσταται στο γεγονός ότι από την ελληνική οικονομική άνθηση «φτάνουν πολύ λίγα στον πληθυσμό. […] Οι υψηλές τιμές των ακινήτων και των τροφίμων είναι σημαντικό ζήτημα. Έξω από την Αθήνα και την Αττική αυτή η κριτική ακούγεται ιδιαιτέρως έντονα, διότι η Ελλάδα αναπτύσσεται με εξαιρετικά άνισο τρόπο, δεδομένου ότι ένα δυσανάλογα μεγάλο ποσοστό των επενδύσεων κατευθύνεται στην πρωτεύουσα και στα περίχωρά της».
Σύμφωνα με το ελληνικό Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών, η Αθήνα συμβάλλει «σχεδόν κατά 50% στο ΑΕΠ της χώρας, ενώ για τη Θεσσαλονίκη και την Κεντρική Μακεδονία το ποσοστό είναι μόλις λίγο κάτω από 14%. Την ίδια στιγμή η Αττική λαμβάνει πάνω από το ένα τρίτο των επενδύσεων και αντιστοιχεί στο ήμισυ όλων των εξαγωγών αγαθών, ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ δεν είναι πουθενά τόσο υψηλό όσο στην Αττική, όπου οι επιχειρήσεις απασχολούν κατά μέσο όρο σχεδόν διπλάσιους εργαζομένους απ’ ό,τι στις άλλες περιφέρειες, διαθέτοντας επίσης εργαζόμενους υψηλότερης εξειδίκευσης». Ορισμένοι διαπιστώνουν πως «η απόσταση μεγαλώνει ολοένα περισσότερο», καθώς και ότι «για όλα τα πακέτα ενισχύσεων και τα μεγάλα επενδυτικά προγράμματα αποφασίζει μόνο η Αθήνα, συνήθως προς όφελος της περιοχής της πρωτεύουσας».
Πολλοί διαπιστώνουν πως τα οφέλη της ανάπτυξης δεν φτάνουν στην ελληνική περιφέρεια
Ένα σημαντικό πλεονέκτημα της Θεσσαλονίκης πάντως είναι πως έχει «μεγάλο αριθμό αποφοίτων πανεπιστημίου ως νέους επαγγελματίες. Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο είναι το μεγαλύτερο της χώρας και διαθέτει επίσης σχολή γερμανικής γλώσσας και φιλολογίας. Άλλα ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης ενισχύουν επιπλέον το εκπαιδευτικό επίπεδο. Και το γεγονός ότι τα εισοδήματα παραμένουν χαμηλά σε πανευρωπαϊκή σύγκριση προσελκύει επενδυτές» - τόσο στη Θεσσαλονίκη όσο και στα Ιωάννινα, που χαρακτηρίζονται ως «η ελληνική Silicon Valley» και αποτελεί πόλο έλξης εταιρειών πληροφορικής και ψηφιακής τεχνολογίας».
HB: Η Ελλάδα ρίχνει το βάρος στην ατομική ενέργεια
Για πολύ καιρό η πυρηνική ενέργεια ήταν ταμπού στην Ελλάδα. Τώρα όμως αυτό αλλάζει.
Με εστίαση στους μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες (Small Modular Reactors – SMR) και τις πλωτές εγκαταστάσεις (Floating Nuclear Power Plants – FNPP) η Ελλάδα θα μπορούσε να κάνει σημαντικά βήματα προς την πυρηνική ενέργεια, ξεπερνώντας τα προβλήματα που συνεπάγεται η γεωγραφική της δομή, όπως αναφέρει σε σχετικό ρεπορτάζ της η οικονομική επιθεώρηση Handelsblatt.
«Ήδη στα τέλη Απριλίου ο πρωθυπουργός Μητσοτάκης και ο Γάλλος πρόεδρος Μακρόν υπέγραψαν στην Αθήνα διμερή συμφωνία συνεργασίας στον τομέα της πυρηνικής τεχνολογίας. […] Μέχρι τώρα η ελληνική κυβέρνηση πόνταρε κυρίως στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας», ενώ ταυτοχρόνως επισπεύδεται η απομάκρυνση από τον λιγνίτη. «Έως το 2030 η Ελλάδα θέλει να καλύπτει το 80% της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Ωστόσο το αυξανόμενο μερίδιο αιολικής και ηλιακής ενέργειας απαιτεί σημαντικές επενδύσεις σε ηλεκτρικά δίκτυα, δομές αποθήκευσης και έξυπνα συστήματα ρύθμισης και ελέγχου, προκειμένου να διασφαλιστούν η σταθερότητα του δικτύου και η ασφάλεια εφοδιασμού. Οι έντονες διακυμάνσεις στην παραγωγή αιολικής και ηλιακής ενέργειας αποτελούν ωστόσο μεγάλο πρόβλημα».

Η πυρηνική ενέργεια θα μπορούσε να διασφαλίσει ένα βασικό φορτίο ενέργειας. Και δεδομένων των σεισμολογικών κινδύνων στην ήπειρο χώρα, «πρόκειται να δημιουργηθούν εγκαταστάσεις στη θάλασσα». Οι πλωτοί πυρηνικοί σταθμοί «θα μπορούσαν να βρίσκονται κοντά σε περιοχές με υψηλή ενεργειακή ζήτηση […] και σε περίπτωση μεταβολής της ζήτησης οι εγκαταστάσεις θα μπορούσαν να μεταφερθούν σε άλλες τοποθεσίες».
Ταυτοχρόνως βέβαια «υπάρχουν και ειδικοί παράγοντες κινδύνου για τους πλωτούς πυρηνικούς σταθμούς, όπως σε περίπτωση βλάβης να καταλήξουν ραδιενεργές ουσίες στη θάλασσα και να βλάψουν θαλάσσιους βιότοπους. Επιπλέον, οι εγκαταστάσεις εξαρτώνται περισσότερο από τις καιρικές συνθήκες. Για την υλοποίησή τους θεωρούνται επίσης προβληματικές οι συγκρούσεις μεταξύ του δικαίου περί ατομικής ενέργειας και του δικαίου της θάλασσας».
Προς το παρόν «η Ελλάδα δεν διαθέτει ακόμη ρυθμιστικό ή θεσμικό πλαίσιο για τη λειτουργία πυρηνικών σταθμών. Η κυβέρνηση σχεδιάζει να αναπτύξει έναν οδικό χάρτη έως τις επόμενες βουλευτικές εκλογές. […] Και πολιτικά το εγχείρημα παραμένει αμφιλεγόμενο. Τα αριστερά κόμματα της αντιπολίτευσης απορρίπτουν συλλογικά την πυρηνική ενέργεια, ενώ και ο κόσμος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το ζήτημα με σκεπτικισμό.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση του περασμένου έτους το 43% των Ελλήνων τάσσεται κατά της χρήσης πυρηνικής ενέργειας. […] Ωστόσο, διαφαίνεται μια αλλαγή κλίματος: το ποσοστό των Ελλήνων που τάσσονται υπέρ της πυρηνικής ενέργειας έχει αυξηθεί από 18% στα τέλη της δεκαετίας του 2010 σε 30% σήμερα», καταλήγει η Handelsblatt.

Τα τελευταία χρόνια η Θεσσαλονίκη γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη
Η Frankfurter Allgemeine Zeitung φιλοξενεί εκτενές ρεπορτάζ για τη Θεσσαλονίκη, αναλύοντας τη μεγάλη ανάπτυξη που γνωρίζει η συμπρωτεύουσα.
«Η Θεσσαλονίκη, με τους περίπου 1,7 εκατομμύρια κατοίκους της, αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας. Όπως λέει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, η πόλη είναι "κινητήρας ανάπτυξης της Ελλάδας”. Και ο πρωθυπουργός […] φλερτάρει συχνά πολιτικά με τους Βορειοελλαδίτες, επειδή αποτελούν εκλογικό προπύργιο της Νέας Δημοκρατίας. Στις επόμενες βουλευτικές εκλογές αυτό θα μπορούσε να είναι καθοριστικής σημασίας».
Πέραν του υπερσύγχρονου μετρό που υπάρχει πλέον στην πόλη, «γίνονται πολλά έργα στη Θεσσαλονίκη», όπως μεταξύ άλλων στο λιμάνι της πόλης, «ενώ ανακατασκευάζεται και το εκθεσιακό κέντρο όπου κάθε Σεπτέμβριο φιλοξενείται η πιο σημαντική εκδήλωση για την οικονομία της Ελλάδας και της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Η περιφερειακή οδός ανυψώνεται σε μία διώροφη κυκλοφοριακή αρτηρία, προκειμένου να αντεπεξέλθει στην αυξημένη κίνηση».
Στα καφέ της πόλης και την παραλιακή λεωφόρο υπάρχει ένα «πολύχρωμο μείγμα γλωσσών, με ανθρώπους από τη Βουλγαρία, την Αλβανία, τη Βόρεια Μακεδονία, τη Σερβία, τη Ρουμανία, το Μαυροβούνιο και την Τουρκία. Πολλοί τουρίστες βρίσκονται εδώ κυρίως λόγω της Χαλκιδικής. […] Όμως η ζωντανή Θεσσαλονίκη γίνεται ολοένα περισσότερο και αυτόνομος ταξιδιωτικός προορισμός. Κάτι που ισχύει ακόμα περισσότερο για τους επιχειρηματίες».

Η Θεσσαλονίκη προσελκύει ολοένα περισσότερες επιχειρήσεις
Όπως αναφέρει το γερμανικό μέσο, αυτό είναι κάτι που ισχύει και για τους Γερμανούς: «Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία η Deutsche Telekom μετέφερε τη θυγατρική της εταιρεία λογισμικού T-Digital από την Αγία Πετρούπολη στη Θεσσαλονίκη. Παλαιότερα η Aldi είχε εδώ τα κεντρικά της γραφεία για την Ελλάδα, μία θέση που έχει διαδεχθεί σήμερα η Lidl». Στην πόλη έχουν εγκατασταθεί και πολλές άλλες μεγάλες εταιρείες, όπως η Pfizer και η Deloitte.
Ένα σημαντικό ατού είναι επίσης η εγγύτητα στη μεγάλη τουρκική αγορά, καθώς και η «νέα ανοιχτότητα της Βουλγαρίας, που εντάχθηκε το 2025 πλήρως στη Συμφωνία Σένγκεν και προσφάτως και στο ευρώ». Και το επιχειρηματικό ενδιαφέρον για τη Θεσσαλονίκη δεν αφορά μόνο τις μεγάλες αλλά και μικρότερες και αναπτυσσόμενες εταιρείες, ιδίως εκείνες που συνεργάζονται με οικονομικούς δρώντες στα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη.
Η άνιση ελληνική ανάπτυξη
Ταυτοχρόνως όμως πολλοί άνθρωποι και επιχειρήσεις εκφράζουν και έντονες ανησυχίες. Μία από αυτές συνίσταται στο γεγονός ότι από την ελληνική οικονομική άνθηση «φτάνουν πολύ λίγα στον πληθυσμό. […] Οι υψηλές τιμές των ακινήτων και των τροφίμων είναι σημαντικό ζήτημα. Έξω από την Αθήνα και την Αττική αυτή η κριτική ακούγεται ιδιαιτέρως έντονα, διότι η Ελλάδα αναπτύσσεται με εξαιρετικά άνισο τρόπο, δεδομένου ότι ένα δυσανάλογα μεγάλο ποσοστό των επενδύσεων κατευθύνεται στην πρωτεύουσα και στα περίχωρά της».
Σύμφωνα με το ελληνικό Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών, η Αθήνα συμβάλλει «σχεδόν κατά 50% στο ΑΕΠ της χώρας, ενώ για τη Θεσσαλονίκη και την Κεντρική Μακεδονία το ποσοστό είναι μόλις λίγο κάτω από 14%. Την ίδια στιγμή η Αττική λαμβάνει πάνω από το ένα τρίτο των επενδύσεων και αντιστοιχεί στο ήμισυ όλων των εξαγωγών αγαθών, ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ δεν είναι πουθενά τόσο υψηλό όσο στην Αττική, όπου οι επιχειρήσεις απασχολούν κατά μέσο όρο σχεδόν διπλάσιους εργαζομένους απ’ ό,τι στις άλλες περιφέρειες, διαθέτοντας επίσης εργαζόμενους υψηλότερης εξειδίκευσης». Ορισμένοι διαπιστώνουν πως «η απόσταση μεγαλώνει ολοένα περισσότερο», καθώς και ότι «για όλα τα πακέτα ενισχύσεων και τα μεγάλα επενδυτικά προγράμματα αποφασίζει μόνο η Αθήνα, συνήθως προς όφελος της περιοχής της πρωτεύουσας».
Πολλοί διαπιστώνουν πως τα οφέλη της ανάπτυξης δεν φτάνουν στην ελληνική περιφέρειαΈνα σημαντικό πλεονέκτημα της Θεσσαλονίκης πάντως είναι πως έχει «μεγάλο αριθμό αποφοίτων πανεπιστημίου ως νέους επαγγελματίες. Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο είναι το μεγαλύτερο της χώρας και διαθέτει επίσης σχολή γερμανικής γλώσσας και φιλολογίας. Άλλα ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης ενισχύουν επιπλέον το εκπαιδευτικό επίπεδο. Και το γεγονός ότι τα εισοδήματα παραμένουν χαμηλά σε πανευρωπαϊκή σύγκριση προσελκύει επενδυτές» - τόσο στη Θεσσαλονίκη όσο και στα Ιωάννινα, που χαρακτηρίζονται ως «η ελληνική Silicon Valley» και αποτελεί πόλο έλξης εταιρειών πληροφορικής και ψηφιακής τεχνολογίας».
HB: Η Ελλάδα ρίχνει το βάρος στην ατομική ενέργεια
Για πολύ καιρό η πυρηνική ενέργεια ήταν ταμπού στην Ελλάδα. Τώρα όμως αυτό αλλάζει.
Με εστίαση στους μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες (Small Modular Reactors – SMR) και τις πλωτές εγκαταστάσεις (Floating Nuclear Power Plants – FNPP) η Ελλάδα θα μπορούσε να κάνει σημαντικά βήματα προς την πυρηνική ενέργεια, ξεπερνώντας τα προβλήματα που συνεπάγεται η γεωγραφική της δομή, όπως αναφέρει σε σχετικό ρεπορτάζ της η οικονομική επιθεώρηση Handelsblatt.
«Ήδη στα τέλη Απριλίου ο πρωθυπουργός Μητσοτάκης και ο Γάλλος πρόεδρος Μακρόν υπέγραψαν στην Αθήνα διμερή συμφωνία συνεργασίας στον τομέα της πυρηνικής τεχνολογίας. […] Μέχρι τώρα η ελληνική κυβέρνηση πόνταρε κυρίως στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας», ενώ ταυτοχρόνως επισπεύδεται η απομάκρυνση από τον λιγνίτη. «Έως το 2030 η Ελλάδα θέλει να καλύπτει το 80% της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Ωστόσο το αυξανόμενο μερίδιο αιολικής και ηλιακής ενέργειας απαιτεί σημαντικές επενδύσεις σε ηλεκτρικά δίκτυα, δομές αποθήκευσης και έξυπνα συστήματα ρύθμισης και ελέγχου, προκειμένου να διασφαλιστούν η σταθερότητα του δικτύου και η ασφάλεια εφοδιασμού. Οι έντονες διακυμάνσεις στην παραγωγή αιολικής και ηλιακής ενέργειας αποτελούν ωστόσο μεγάλο πρόβλημα».

Η Ελλάδα στρέφεται στους μικρούς αρθρωτούς πυρηνικούς αντιδραστήρες
Η πυρηνική ενέργεια θα μπορούσε να διασφαλίσει ένα βασικό φορτίο ενέργειας. Και δεδομένων των σεισμολογικών κινδύνων στην ήπειρο χώρα, «πρόκειται να δημιουργηθούν εγκαταστάσεις στη θάλασσα». Οι πλωτοί πυρηνικοί σταθμοί «θα μπορούσαν να βρίσκονται κοντά σε περιοχές με υψηλή ενεργειακή ζήτηση […] και σε περίπτωση μεταβολής της ζήτησης οι εγκαταστάσεις θα μπορούσαν να μεταφερθούν σε άλλες τοποθεσίες».
Ταυτοχρόνως βέβαια «υπάρχουν και ειδικοί παράγοντες κινδύνου για τους πλωτούς πυρηνικούς σταθμούς, όπως σε περίπτωση βλάβης να καταλήξουν ραδιενεργές ουσίες στη θάλασσα και να βλάψουν θαλάσσιους βιότοπους. Επιπλέον, οι εγκαταστάσεις εξαρτώνται περισσότερο από τις καιρικές συνθήκες. Για την υλοποίησή τους θεωρούνται επίσης προβληματικές οι συγκρούσεις μεταξύ του δικαίου περί ατομικής ενέργειας και του δικαίου της θάλασσας».
Προς το παρόν «η Ελλάδα δεν διαθέτει ακόμη ρυθμιστικό ή θεσμικό πλαίσιο για τη λειτουργία πυρηνικών σταθμών. Η κυβέρνηση σχεδιάζει να αναπτύξει έναν οδικό χάρτη έως τις επόμενες βουλευτικές εκλογές. […] Και πολιτικά το εγχείρημα παραμένει αμφιλεγόμενο. Τα αριστερά κόμματα της αντιπολίτευσης απορρίπτουν συλλογικά την πυρηνική ενέργεια, ενώ και ο κόσμος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το ζήτημα με σκεπτικισμό.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση του περασμένου έτους το 43% των Ελλήνων τάσσεται κατά της χρήσης πυρηνικής ενέργειας. […] Ωστόσο, διαφαίνεται μια αλλαγή κλίματος: το ποσοστό των Ελλήνων που τάσσονται υπέρ της πυρηνικής ενέργειας έχει αυξηθεί από 18% στα τέλη της δεκαετίας του 2010 σε 30% σήμερα», καταλήγει η Handelsblatt.
Γιώργος Πασσάς -D.W
Tags
ΕΥΡΩΠΗ