ΑΠΟΨΕΙΣ: Ποιος πληρώνει το πλεόνασμα;

                     

του Νίκου Μαρκάτου*

Άλλο δημοσιονομική σοβαρότητα και άλλο δημοσιονομικός πρωταθλητισμός.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει το μεγάλο πρωτογενές πλεόνασμα ως απόδειξη οικονομικής επιτυχίας. Και οι αριθμοί, πράγματι, είναι εντυπωσιακοί. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το 2025 το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης έφθασε το 4,9% του ΑΕΠ ή 12,13 δισ. ευρώ, ενώ το συνολικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα ήταν επίσης πλεονασματικό, κατά 4,29 δισ. ευρώ ή 1,7% του ΑΕΠ. Τα συνολικά δημόσια έσοδα ανέβηκαν στα 124,2 δισ. ευρώ, από 117,1 δισ. το 2024.
Δεν αμφισβητώ τους αριθμούς. Αμφισβητώ την αυτάρεσκη ερμηνεία τους.
Γιατί το κράτος δεν παράγει πλεονάσματα όπως ένα εργοστάσιο παράγει προϊόντα. Το πλεόνασμα είναι η διαφορά ανάμεσα σε όσα εισπράττει και σε όσα δαπανά. Προέρχεται από φόρους, εισφορές, οικονομική δραστηριότητα, καλύτερη φορολογική συμμόρφωση, αλλά και από συγκράτηση δαπανών. Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος σημειώνει ότι η υπεραπόδοση του 2025 συνδέθηκε τόσο με υψηλότερα έσοδα όσο και με περιορισμό δαπανών.
Άρα το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει πλεόνασμα.
Είναι ποιος το πληρώνει και ποιος ωφελείται από αυτό.
Το αρχικό σχέδιο του προϋπολογισμού προέβλεπε για το 2025 πρωτογενές πλεόνασμα μόλις 2,4% του ΑΕΠ. Τελικά φθάσαμε στο 4,9%. Δηλαδή το αποτέλεσμα ξεπέρασε θεαματικά όχι μόνο τις αρχικές προβλέψεις αλλά και τις μεταγενέστερες. Αυτό αποτελεί ασφαλώς δημοσιονομική επιτυχία. Αλλά η υπέρβαση ενός στόχου δεν αποτελεί από μόνη της κοινωνική επιτυχία.
Διότι την ίδια στιγμή υπάρχει μια άλλη Ελλάδα, που δεν χωρά εύκολα στα πανηγυρικά δελτία.
Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας, υπολογισμένο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, βρισκόταν το 2025 μόλις στο 68% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μαζί με τη Βουλγαρία στην τελευταία θέση της ΕΕ. Επομένως μπορεί το κράτος να εμφανίζει εξαιρετικούς δημοσιονομικούς δείκτες, αλλά η πραγματική οικονομική απόσταση του Έλληνα από τον μέσο Ευρωπαίο παραμένει τεράστια.
Και έπειτα έρχεται η στέγη.
Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2024 το 28,9% των Ελλήνων ζούσε σε νοικοκυριά όπου το κόστος στέγασης απορροφούσε πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος. Ο μέσος όρος της ΕΕ ήταν μόλις 8,2%. Η Ελλάδα είχε τη χειρότερη επίδοση σε ολόκληρη την Ένωση. Ακόμη χειρότερα, 19% του πληθυσμού δήλωνε ότι δεν μπορούσε να διατηρήσει επαρκώς ζεστό το σπίτι του, έναντι 9,2% στην ΕΕ.
Αυτά δεν είναι αριθμοί κάποιου κόμματος.
Είναι αριθμοί της Eurostat.
Όταν λοιπόν ένας εργαζόμενος δίνει το μισό του εισόδημα για ενοίκιο, όταν ο συνταξιούχος μετρά τις κιλοβατώρες και όταν μια οικογένεια συγκρίνει όχι τις διακοπές αλλά τις τιμές στο supermarket, είναι δύσκολο να της εξηγήσεις ότι πρέπει να αισθάνεται ευτυχής επειδή το πρωτογενές πλεόνασμα έφθασε στο 4,9%.
Ιδίως σε μια οικονομία όπου η έμμεση φορολογία έχει ιδιαίτερο βάρος. Ο ΦΠΑ εισπράττεται πάνω στην ονομαστική τιμή. Αν ένα προϊόν που κόστιζε 100 ευρώ κοστίζει πλέον 120, τα φορολογικά έσοδα αυξάνονται ακόμη και χωρίς αύξηση του φορολογικού συντελεστή. Έτσι δημιουργείται ένα από τα παράδοξα της πληθωριστικής οικονομίας: ο πληθωρισμός αδειάζει το πορτοφόλι του καταναλωτή αλλά μπορεί ταυτόχρονα να γεμίζει το δημόσιο ταμείο.
Φυσικά, ένα πρωτογενές πλεόνασμα είναι αναγκαίο για μια χώρα που εξακολουθεί να έχει υψηλό δημόσιο χρέος. Δεν εισηγούμαι επιστροφή στα ελλείμματα ούτε δημοσιονομικό τυχοδιωκτισμό. Το δημόσιο χρέος παραμένει τεράστιο: 362,9 δισ. ευρώ ή 146,1% του ΑΕΠ στο τέλος του 2025. Είναι όμως σημαντικό ότι από 177,8% το 2022 μειώθηκε στο 146,1% το 2025.
Εδώ όμως χρειάζεται μία κρίσιμη διάκριση.
Άλλο δημοσιονομική σοβαρότητα και άλλο δημοσιονομικός πρωταθλητισμός.
Το ελληνικό δημόσιο χρέος έχει σήμερα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Η μέση σταθμισμένη διάρκειά του το 2025 ήταν περίπου 18,4 χρόνια, ενώ το πραγματικό ετήσιο κόστος εξυπηρέτησής του, ως ποσοστό του χρέους, ήταν περίπου 1,33%. Παράλληλα, τα ταμειακά διαθέσιμα αυξήθηκαν από περίπου 36 δισ. σε σχεδόν 40 δισ. ευρώ.
Άρα δεν βρισκόμαστε στο 2010, με το πιστόλι των αγορών στον κρόταφο.
Και εδώ τίθεται το οικονομικό ζήτημα του κόστους ευκαιρίας.
Αν διαθέτεις ένα επιπλέον δισεκατομμύριο, ποια χρήση δημιουργεί μεγαλύτερη μακροχρόνια αξία; Να προεξοφλήσεις ένα μακροχρόνιο και σχετικά φθηνό δημόσιο δάνειο ή να επενδύσεις το ίδιο δισεκατομμύριο στην παιδεία, στην υγεία, στην κοινωνική κατοικία, στις υποδομές, στην έρευνα, στην τεχνολογία και στην παραγωγική ανασυγκρότηση;
Δεν είναι ιδεολογική ερώτηση. Είναι καθαρή οικονομική ανάλυση απόδοσης κεφαλαίου.
Δείτε την παιδεία. Τα τελευταία διαθέσιμα συγκριτικά στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι οι δημόσιες δαπάνες για εκπαίδευση στην Ελλάδα ήταν μόλις 3,3% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν 4,7%. Μόνο η Ρουμανία βρισκόταν χαμηλότερα.
Μία χώρα, λοιπόν, που υπερκαλύπτει τον δημοσιονομικό της στόχο κατά δισεκατομμύρια, βρίσκεται σχεδόν στον πάτο της Ευρώπης ως προς το ποσοστό του ΑΕΠ που διαθέτει στην εκπαίδευση.
Αυτό δεν είναι οικονομικό παράδοξο;
Το χρέος, άλλωστε, δεν μειώνεται μόνο όταν μειώνουμε τον αριθμητή. Μειώνεται και όταν μεγαλώνουμε τον παρονομαστή: το ΑΕΠ. Και η Τράπεζα της Ελλάδος επιβεβαιώνει ότι η μεγάλη πτώση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ το 2025 οφείλεται όχι μόνο στα πλεονάσματα αλλά και στην ισχυρή ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ.
Επομένως επένδυση στην παραγωγικότητα, στα Πανεπιστήμια, στην έρευνα, στην καινοτομία και στις υποδομές δεν αποτελεί «χαλάρωση». Μπορεί να αποτελεί αποτελεσματικότερη πολιτική μείωσης του χρέους μακροπρόθεσμα.
Και δεν μπορούμε να συζητούμε όλα αυτά σαν να μην προηγήθηκε η ελληνική κρίση. Μισθοί και συντάξεις περικόπηκαν, η ανεργία εκτινάχθηκε, δημόσια περιουσία εκποιήθηκε, εκατοντάδες χιλιάδες κυρίως νέοι και μορφωμένοι άνθρωποι εγκατέλειψαν τη χώρα.
Οι υποχρεώσεις μιας χώρας ασφαλώς πρέπει να τηρούνται. Η αξιοπιστία είναι οικονομικό κεφάλαιο.
Αλλά η εξυπηρέτηση των πιστωτών δεν μπορεί να μετατρέπεται σε ύψιστο εθνικό ιδανικό. Αλλά άλλο συνέπεια και άλλο δουλοπρεπής βιασύνη προς εκείνους που γνωρίζουμε πως μας φέρθηκαν όταν είχαμε ανάγκη.

Υπάρχει επομένως χώρος για διαφορετικές προτεραιότητες: χαμηλότερη έμμεση φορολογία στα βασικά αγαθά, ουσιαστική στήριξη των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων, σοβαρή πολιτική κοινωνικής κατοικίας, περισσότερη δημόσια υγεία και παιδεία και επενδύσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα και δημιουργούν πραγματικό πλούτο.
Με δημοσιονομική ευθύνη. Όχι όμως με δημοσιονομική λατρεία. Γιατί η οικονομική πολιτική δεν κρίνεται μόνο από το πόσα περισσεύουν στο κράτος. Κρίνεται πρωτίστως από το πόσα περισσεύουν στον πολίτη αφού πληρώσει για να ζήσει.
Και όταν έχουμε πλεόνασμα 12 δισεκατομμυρίων στα δημόσια ταμεία, αλλά σχεδόν τρεις στους δέκα πολίτες υφίστανται υπερβολικό βάρος κόστους στέγασης, δεν δικαιούμαστε να μιλάμε απλώς για «οικονομικό θαύμα».
Υπερπλεόνασμα στο κράτος και έλλειμμα στην κοινωνία δεν είναι επιτυχία.
Είναι προειδοποίηση ότι κάπου στη διαδρομή χάσαμε τον πραγματικό σκοπό της οικονομίας: τον άνθρωπο. Και αυτό δεν μπορεί παρά να είναι αποτυχία διακυβέρνησης!
---------------------------------------------------------------------------------------------------
*Ο Νίκος Μαρκάτος είναι Ομότιμος Καθηγητής ΕΜΠ, π. πρύτανης)
Νεότερη Παλαιότερη