Τα αιγαιοπελαγίτικα ποιήματα του Έριχ Άρεντ

Ο Ανατολικογερμανός ποιητής ανακάλυψε το Αιγαίο το 1960 και μετατόπισε την πρόσληψη της Ελλάδας από την κλασσική εποχή στο αρχαϊκό στοιχείο. Από τη συμμετρία στις τεθλασμένες των βράχων.

Ξέχειλο στήθος, κρητική κορμοστασιά, βουβές μπούκλες

Ήταν γιος ενός επιστάτη και μιας πλύστρας, μεγάλωσε σ’ ένα μουχλιασμένο υπόγειο, έγινε κομμουνιστής, είχε ροπή στην τέχνη. Ο λόγος για τον Ανατολικογερμανό ποιητή Έριχ Άρεντ, ελάχιστα μεταφρασμένο στα ελληνικά. Εγκατέλειψε τη ναζιστική Γερμανία, συμμετείχε στον Ισπανικό Εμφύλιο, στο πλευρό των Δημοκρατικών εννοείται, κατέληξε στην Κολομβία με την εβραϊκής καταγωγής γυναίκα του. Επέστρεψαν και εγκαταστάθηκαν στην Ανατολική Γερμανία το 1950. Το ποιητικό του έργο πέρασε διάφορες φάσεις.

Μας ενδιαφέρει η τελευταία που αποτυπώνεται στη συλλογή «Αιγαίο», δημοσιευμένη το 1967. Απηχεί το έντονο συνειδησιακό αποτύπωμα που άφησε στους Άρεντ το πολύμηνο ταξίδι τους στην Ελλάδα το 1960. Σε μελέτημά της στον συλλογικό τόμο «Το λογοτεχνικό Αιγαίο. Ένας πολιτιστικός χώρος ανάμεσα στον μύθο και την ιστορία» (Bielefeld, trancript 2021) η Αναστασία Αντωνοπούλου, καθηγήτρια Γερμανικής Λογοτεχνίας στη Φιλοσοφική Αθηνών, μας υπενθυμίζει ότι τα αιγαιοπελαγίτικα ποιήματα του Άρεντ όχι απλώς δεν είναι φυσιολατρικά με την παραδοσιακή έννοια, αλλά προσεγγίζουν την αρχαιότητα με ριζικά διαφορετικό τρόπο απ’ ότι τον 19o αιώνα οι Γερμανοί ρομαντικοί και κλασσικιστές.

Μια καινούργια προσέγγιση της αρχαιότητας
                                          Ο συγγραφέας Έριχ Άρεντ (1903-1984)

Οι μοντέρνοι απομακρύνονται από την Αθήνα και τις κλασσικές συμμετρίες, στρέφουν το βλέμμα στο Αιγαίο και τον δικό του κόσμο: ήλιος, θάλασσα, βράχια, ερημιά και ξεραΐλα. Σ’ αυτά προσηλώνεται το καινούργιο ποιητικό εγώ, μ’ αυτά αναμετριέται ο νέος άνθρωπος μέσα στο κενό που άφησαν οι εξουθενωμένες ουτοπίες. Ειδικώς ο Άρεντ προχωρά στον ποιητικό αναπροσανατολισμό του μετά την καταστολή της ουγγρικής εξέγερσης το 1956 και την ανέγερση του Τείχους του Βερολίνου το 1961.

 Αποκαΐδια, θρύψαλα, όστρακα.

Η αναζήτηση μιας αρχαϊκής απέριττης ύπαρξης μοιάζει, στιγμιαία τουλάχιστον, αναπόφευκτη και ο Άρεντ αναζητά αυτά τα ίχνη στο Αιγαίο με μια γλώσσα καινοφανή για το έργο του, παραδομένη στους συνειρμούς της φαντασίας, συχνά ερμητική. Και στην άκρη αυτού του Αιγαίου εντοπίζει τον μινωικό πολιτισμό, κάτι σαν εξωϊστορική φαντασίωση, μια πανάρχαια κουλτούρα που αναδείκνυε την ομορφιά, την ευζωία, την απουσία της βίας.
Ήλιος, θάλασσα, βράχια

Μινωικά ρινίσματα ενδεικτικά και στο ποίημά του «Το παράθυρο»:
Έλυσα την αγκράφα
στο πανωφόρι της νύχτας:
γυμνός έλαμψε,
με φιδίσιο φλέβωμα, ο ώμος
του μαρμάρου, νάξιος.

Παλιά περιδινούμενα
νερά! Το κύμα σηκώνει
κολοβά απολειφάδια. Ονειρικά
ιερογλυφικά στην άμμο: Πουλιού
ποδάρι. Ένα ζευγάρι φτερούγες
χορεύουν σιωπηλά. Σκιά.

Από νησί αλαργινό,
ολοκάθαρο – χίλια τέτοια
στη θάλασσα – φτάνει κολυμπώντας
φτενή του ύστερου φεγγαριού
η τρεμάμενη γραφή,
ανερμήνευτη. – Στο μαύρο
ενός παράθυρου
το ξέχειλο στήθος, φωτεινό, η
κρητική κορμοστασιά, βουβές
μπούκλες, η κλίση του αυχένα
δίπλα:
Έκαιγε σαν ανάσα
η αγκράφα μέσα στο
αφροδισιακό μου χέρι.

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη