Ποια είναι η Ελληνίδα Μούσα του Πέτερ Χάντκε;

Μια φευγαλέα σχέση που διαρκεί 50 χρόνια. Ανέκδοτες σημειώσεις και αποσπάσματα αλληλογραφίας του Αυστριακού νομπελίστα με την ιστορικό τέχνης και συνεργάτιδα του Γιόζεφ Μπόις, Ρέα Thönges-Στριγγάρη.

"πῦρ ἀείζωον": όταν ο Πέτερ Χάντκε μάθαινε ελληνικά

«πῦρ ἀείζωον – σώζει το αιώνιο πυρ (Πάτμος) / ακόμα και αλυσοδεμένος (Ρέα Τ. / για τον Ιωάννη στην Πάτμο) / „ήρθε στο νησί χωρίς να το / αναζητά“ (έτσι ήρθα κι εγώ στο / Καρστ· ΗΕ) / „το κατώφλι του εικονοστασίου προς το / Ιερό της Θεοτόκου στο εσωτερικό / του οχυρωμένου μοναστηριού το πήραν από τον ναό / της Αρτέμιδος» (Ρ.Τ.)

Μια από τις χιλιάδες σημειώσεις που κρατά καθημερινά από τα μέσα της δεκαετίας του 70 στα ημερολόγιά του ο Αυστριακός νομπελίστας Πέτερ Χάντκε. Καταγραφές των όσων είδε, άκουσε, διάβασε, συνοδοί στη δημιουργία των έργων του. Τα ημερολόγια βρίσκονται σήμερα στο Γερμανικό Λογοτεχνικό Αρχείο στο Μάρμπαχ και η έκδοσή τους συνεχίζεται διαδικτυακά, στα τέλη του επόμενου χρόνου θα κυκλοφορήσει και ο τόμος με την κάπως αινιγματική αυτή σημείωση της 28ης Ιουνίου του 1984.

Βρίσκοντας έναν τόπο χωρίς να τον αναζητάς

                               Η Ρέα Thönges-Στριγγάρη το 1975 στο Κάσσελ

Ποια να είναι η Ρέα ή Ρ.Τ. και τί έγραψε για την Πάτμο και τον Ιωάννη τον Ευαγγελιστή, ποιο είναι το μυστηριώδες έργο της που ερανίζεται ο Χάντκε; Είναι η Ρέα Thönges-Στριγγάρη, Αθηναία, κόρη του διακεκριμένου ψυχιάτρου Μιχαήλ Στριγγάρη και της Νότας Σαλιβέρου, γόνου της παλιάς εκδοτικής οικογένειας. Η ίδια αρχαιολόγος και κριτικός τέχνης, με δράση στη Γερμανία, ηγερία του κορυφαίου Γερμανού καλλιτέχνη Γιόζεφ Μπόις. Για χάρη του πήγε στην Πάτμο το 1984 και απέδωσε κατά κάποιον τρόπο σε ένα εκτενές ποίημα στα γερμανικά με τον τίτλο «Πάτμος» το στίγμα του νησιού, που υπήρξε καταφύγιο του μητροκτόνου Ορέστη στον μύθο και τόπος εξορίας του ευαγγελιστή Ιωάννη τον 1ο μετά Χριστόν αιώνα.

Το ποίημα εστάλη και σε μερικούς γνωστούς, ανάμεσά τους και στον Πέτερ Χάντκε. Η δική του ανάγνωση αντικατοπτρίζεται στη σημείωσή του την 28η Ιουνίου εκείνης της χρονιάς. Στον Χάντκε αρέσουν τα θέματα που απαντούν και στο δικό του έργο, η εμμονή σε ένα αγαθό, όπως το αείζωον πυρ του Λόγου, ανεξάρτητα από τις περιστάσεις, η άφιξη σ’ έναν τόπο μοιραίο χωρίς συνειδητή πρόθεση, όπως η δική του άφιξη κάποτε στο οροπέδιο Καρστ της νοτιοδυτικής Σλοβενίας. Εκεί ο ήρωας του έργου του «Η επανάληψη» αναζητά τον χαμένο του αδελφό και μυείται στο νόημα της ζωής. Τον ενδιαφέρει επίσης ο εγκιβωτισμός του παλιού κάτω από τα τσόφλια του νέου, όπως τα υπολείμματα του ναού της Αρτέμιδος που έχουν ενσωματωθεί στον Ναό της Θεοτόκου. Δεν ήταν η πρώτη φορά που η Ρέα Στριγγάρη πέρασε ξυστά από τον Χάντκε και αντίστροφα.

Όταν η γλώσσα μετουσιώνει τη ζωή

                                Ο Πέτερ Χάντκε το 1979

Ήταν το 1975, όταν το βιβλίο του «Η ώρα της αληθινής αίσθησης» σημαίνει για τη Ρέα αίφνης πολλά. Είναι η ιστορία του Γκρέγκορ Κόισνινγκ που βρίσκεται σε υπαρξιακό αδιέξοδο και το οποίο ξεπερνά μετά από μια καίρια στιγμή, όταν παρακολουθεί ένα αναποδογυρισμένο σκαθάρι να καταφέρνει τελικά να σταθεί πάλι στα πόδια του. Η Ρέα θέλει να επικοινωνήσει μ’ αυτό το βιβλίο, μ’ αυτόν τον συγγραφέα. Και του στέλνει ένα γράμμα: «Αγαπητέ Πέτερ Χάντκε, μπορεί ούτε κατά διάνοια να μην βρίσκομαι ή να μην βρέθηκα στην κατάσταση του δικού σας Κόισνινγκ, και όμως αυτό που μετουσιώθηκε από σας σε γλώσσα είναι για μένα θα λέγαμε ζωή. Εννοώ απλώς ότι εδώ και μήνες αν όχι χρόνια ήρθα αντιμέτωπη με μια πολύ παρεμφερή προβληματική διαμορφώνοντας και αναδιαμορφώνοντας τη ζωή μου…» (4.4.75)

Της απαντά: «Νιώθω ειλικρινά τόσο κοντά σ’ αυτά που εννοείτε, που νιώθετε, που βλέπετε, σχεδόν τόσο πανομοιότυπα, ώστε την ίδια στιγμή μου φαίνεστε γαλήνια απόμακρη…» (16.6.75). Του ανταπαντά, δεν της ανταπαντά, τον επισκέπτεται, συναντιούνται τυχαία στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης, συνολικά 14 επιστολές μέσα σ’ ένα χρόνο, με ενδιάμεσες σιωπές, πείσματα, αιχμές, η εξάχνωση μιας έλξης, μια φευγαλέα σχέση διάρκειας.

«Αρκούσε να την σκεφτώ…και ήταν παρούσα.»


Είκοσι σχεδόν χρόνια μετά στο βιβλίο του «Η χρονιά μου στου Κανενός τον Κόλπο» (1994) γράφει σε ένα σημείο: «Το ίδιο μου συμβαίνει και με τη γυναίκα, που σε μια περίοδο της ζωής μου την έβλεπα από μακριά σαν „Μούσα“. Την ήξερα από τα γράμματά της, αλλά τότε αρκούσε να την σκεφτώ για μια στιγμή, κι ας ήμουν σε άλλη ήπειρο, κι ας ήμουν πέρα από τον ωκεανό , και ήταν παρούσα. Μια φορά που καθόμουν στο τραπέζι ανίκανος να γράψω, περιμένοντας από το πρωί μια πρώτη πρόταση, που κάθε τόσο προαναγγελλόταν αλλά παρ’ όλα αυτά δεν ερχόταν μέχρι να νυχτώσει, την ένιωσα να καταφθάνει και να μου υπαγορεύει σιωπηλά την πρόταση και μετά τις επόμενες, ολόκληρη τη σελίδα ως κάτω. Και μια φορά που ήμουν ξαπλωμένος ανάσκελα και ένιωθα πως δεν θα μπορούσα ποτέ πια να πάρω τον δρόμο μου, ήρθε κοντά μου και άρχισε να κυλιέται, να τραβάει, να τρίβει, να χαϊδεύει, να σπρώχνει, να γλείφει, να νοστιμεύει, να αναπνέει, να βολοδέρνει, και μ’ έβαλε πάλι σε κίνηση για πολύν καιρό, σίγουρα για πολύ μετά από κείνο το Πάσχα.

Επί δεκαετίες ολόκληρες εκείνη η γυναίκα, που δεν την έχω δει καν, παρέμεινε υπεύθυνη για μένα. Αποτάθηκα σ’ αυτήν από μακριά και της απηύθυνα ερωτήσεις που ίσως διατυπώνονταν για πρώτη φορά από καταβολής κόσμου και τις οποίες απάντησε αμέσως. Συμπεριέλαβα στα βιβλία μου ουκ ολίγες επιστολές της, γραμμένες χωρίς ποτέ κάποια διόρθωση. Πάντως δεν ήθελα να μάθω τί έκανε· φανταζόμουν ότι είχε παιδιά, πήγαινε στη δουλειά, είχε να φροντίσει σπίτι και κήπο.
"Φανταζόμουν ότι είχε παιδιά, πήγαινε στη δουλειά..."

Στο μεταξύ δεν απαντά πια, είναι μια σιωπή διαρκείας. Ήδη πριν από πολύν καιρό μου είχε δώσει να καταλάβω ότι ήταν απογοητευμένη από μένα. Και μετά στράφηκε ξαφνικά εναντίον μου, με ένα γράμμα γεμάτο απροκάλυπτο μίσος. Με αποκήρυξε. Δεν ήμουν λέει καθόλου αυτός που είχε νομίσει στην αρχή. Τα πράγματα ήρθαν έτσι, έλεγα μέσα μου, επειδή συνέχιζα να κάνω σαν να μην συνέβαινε τίποτα. Για να διατηρήσω την εκτίμησή της, έπρεπε να καταστραφώ. Έπρεπε να πάω στην κόλαση, αλλά αντί γι’ αυτό εγώ ταμπουρωνόμουν πίσω απ’ το γράψιμο. Όφειλα τη δεδομένη στιγμή να αποτύχω. Δεν έπρεπε να έχω ούτε γυναίκα ούτε παιδί ούτε καθημερινή ζωή. Έπρεπε να υποφέρω, ή τουλάχιστον να μην κρύβω τα βάσανά μου, να περάσω χίλια μαρτύρια, να πεθάνω με τρόπο φρικτό και την ίδια στιγμή ελεεινό. Μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο θα έμενα πιστός σε μένα και σ’ εκείνη.»

Το πλήρωμα του χρόνου

Η Ρέα Στριγγάρη, έχοντας περάσει θριαμβευτικά τα ενενήντα, κάθεται στο γραφείο της στην Κηφισιά, με το απαράλλακτο λαμπερό βλέμμα και το θεληματικό χαμόγελο που είχε πάντα. Από το παράθυρο διακρίνονται τα κτήματα των Σαλιβέρων, όπου σεργιανίζουν τώρα οι τρεις κόρες, οι τέσσερις εγγονοί και τα τέσσερα δισέγγονά της. Του χρόνου που ο Πέτερ Χάντκε θα κλείσει τα 85 η αλληλογραφία της μαζί του θα δημοσιευθεί σχολιασμένη από τις εκδόσεις März του Βερολίνου. Την επιμέλεια θα έχει η Καταρίνα Πέκτορ που είναι υπεύθυνη και για τη διαδικτυακή έκδοση των σημειωματαρίων του συγγραφέα υπό την αιγίδα της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Αυστρίας.

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη