Από το 1951, το Ινστιτούτο Γκαίτε δρα διεθνώς στον τομέα της εκπαίδευσης και του πολιτισμού. Ο Γερμανός Πρόεδρος Φρανκ‑Βάλτερ Στάινμαϊερ εξήρε τη συμβολή του και ζήτησε πολιτική στήριξη.

Στάινμαϊερ: Καθοριστικός ο ρόλος του Ινστιτούτου Γκαίτε στον πολιτισμό
Στην ομιλία του για τα 75 χρόνια από την ίδρυση του Ινστιτούτου Γκαίτε, ο Ομοσπονδιακός Πρόεδρος της Γερμανίας, Φρανκ‑Βάλτερ Στάινμαϊερ, εξήρε τον ρόλο του πολιτιστικού οργανισμού, κάνοντας λόγο για διορατικότητα και τόλμη των ιδρυτών και ιδρυτριών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
«Όταν σήμερα γιορτάζουμε τα 75 χρόνια του Ινστιτούτου Γκαίτε, θυμόμαστε τη διορατικότητα και το θάρρος των ιδρυτών και των ιδρυτριών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας. Το να διαμορφωθεί η πολιτιστική εργασία στο εξωτερικό με πνεύμα ελευθερίας ήταν και παραμένει, τουλάχιστον με αυτή τη μορφή, κάτι σχεδόν μοναδικό παγκοσμίως», δήλωσε.
Με αφορμή την επετειακή εκδήλωση στο Βερολίνο, ο Στάινμαϊερ απηύθυνε έκκληση προς την Μπούντεσταγκ να διατηρήσει και να ενισχύσει την πολιτιστική δράση του Ινστιτούτου Γκαίτε σε όλο τον κόσμο. Τόνισε ότι η ανανέωση και η αλλαγή δεν είναι ξένες προς το Ινστιτούτο, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι αυτό που χρειάζεται είναι, πέρα από τη χρηματοδοτική του βάση, πολιτική στήριξη.
«Αυτό που χρειάζεται το Ινστιτούτο Γκαίτε είναι υποστηρικτές στην πολιτική, και ουσιαστική στήριξη απέναντι σε όσους απαξιώνουν την πολυμορφία και την ανοικτότητα στην πολιτιστική και εκπαιδευτική πολιτική», είπε ο Ομοσπονδιακός Πρόεδρος. Και πρόσθεσε ότι αυτή η στήριξη δεν πρέπει να προέρχεται μόνο από το αρμόδιο υπουργείο, αλλά από το σύνολο του Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου και από την κοινωνία συνολικά.
Ο Στάινμαϊερ αναφέρθηκε επίσης στη σημερινή σημασία της εξωτερικής πολιτιστικής πολιτικής. Όπως είπε, για χώρες όπως η Γερμανία, που δεν είναι μεγάλες δυνάμεις, η εξωτερική πολιτική θα πρέπει και στο μέλλον να στηρίζεται σε τέσσερις πυλώνες: στη στρατιωτική ισχύ, ώστε να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη· στην έξυπνη διπλωματία, για τη διαμόρφωση λύσεων και τη σύναψη συμμαχιών· σε μια διεθνή έννομη τάξη ως πλαίσιο και κατεύθυνση· και, τέταρτον, στον πολιτισμό και την επιστήμη ως ήπια ισχύ, ως προσφορά προς τον κόσμο.
Δύσκολη εκκίνηση μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο
Το Ινστιτούτο Γκαίτε λειτουργεί εδώ και 75 χρόνια με σκοπό να εκπροσωπεί τη Γερμανία στο εξωτερικό και να φέρνει τη γερμανική γλώσσα και τον πολιτισμό πιο κοντά σε ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Ιδρύθηκε το 1951, σε μια περίοδο κατά την οποία η Γερμανία, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τα εγκλήματα του εθνικοσοσιαλισμού, έπρεπε να ανακτήσει τη διεθνή εμπιστοσύνη.
Το Ινστιτούτο Γκαίτε ιδρύθηκε το 1951Εικόνα: Goethe-Institut / Michael Friedel
Αρχικά λειτούργησε με την επωνυμία «Goethe e.V. για την επιμόρφωση αλλοδαπών καθηγητών γερμανικών» και προσκαλούσε εκπαιδευτικούς από το εξωτερικό στη Γερμανία για γλωσσική κατάρτιση. Ωστόσο, σύντομα το βάρος μετατοπίστηκε στη διδασκαλία της γερμανικής γλώσσας στο εξωτερικό: το 1952 ιδρύθηκε το πρώτο Ινστιτούτο Γκαίτε στην Αθήνα, ενώ δέκα χρόνια αργότερα λειτουργούσαν ήδη 54 παραρτήματα στο εξωτερικό, έναντι 17 στη Γερμανία.
Σήμερα, το Ινστιτούτο Γκαίτε διαθέτει ένα παγκόσμιο δίκτυο με περίπου 4.400 εργαζόμενες και εργαζόμενους σε 154 δομές σε 100 χώρες. Περίπου ένα εκατομμύριο άνθρωποι δίνουν κάθε χρόνο επίσημες εξετάσεις γερμανικής γλώσσας σε Ινστιτούτα Γκαίτε ή σε συνεργαζόμενους φορείς.
Από τη γερμανική κλασική περίοδο έως την τζαζ
Καθοριστικό ρόλο για την επιτυχία του Ινστιτούτου Γκαίτε από την αρχή έπαιξε η αξιοπιστία του ως ανεξάρτητου φορέα. Παρότι χρηματοδοτείται κατά τα δύο τρίτα από τον προϋπολογισμό του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών, ο σχεδιασμός των προγραμμάτων του γίνεται με πλήρη αυτονομία και έχει προσαρμοστεί επανειλημμένα, στη διάρκεια των δεκαετιών, στο εκάστοτε πνεύμα της εποχής και στις πολιτικές συνθήκες.

Η «Zeitenwende» έχει ήδη συντελεστεί
«Έχω την αίσθηση ότι η εργασία σε συνθήκες κρίσης έχει γίνει κανονικότητα σε πολλές περιοχές», λέει η Γκέσε Γιοστ. «Είτε επειδή η Δημοκρατία υποχωρεί είτε επειδή οι συνάδελφοι εργάζονται υπό καθεστώς λογοκρισίας είτε επειδή απειλούνται από ένοπλες συγκρούσεις». Σε πολλά Ινστιτούτα Γκαίτε, η περίφημη «Zeitenwende» -η ιστορική καμπή- έχει ήδη συντελεστεί. «Έχουμε συνειδητοποιήσει ότι σε περιοχές κρίσης είμαστε σημαντικοί εταίροι της κοινωνίας των πολιτών. Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να κινούμαστε με ευαισθησία και διπλωματία, ώστε να μη βρεθούμε αντιμέτωποι με απελάσεις», τονίζει, εκφράζοντας τον σεβασμό της για τη δουλειά των συνεργατών της.
Σε μια εποχή όπου η καλλιτεχνική ελευθερία, η ελεύθερη έκφραση, η επιστήμη και η εκπαίδευση δέχονται αυξανόμενες πιέσεις, το Ινστιτούτο Γκαίτε επιδιώκει να συνεχίσει να προσφέρει χώρους διαλόγου και ανοιχτής ανταλλαγής. Αυτό, ωστόσο, δυσκολεύει σε αρκετές χώρες λόγω της γερμανικής στάσης στο ζήτημα της Μέσης Ανατολής. Σε ορισμένα κράτη του αραβικού κόσμου, συνεργασίες έχουν παγώσει, ενώ αλλού εκδηλώνονται μποϊκοτάζ εκδηλώσεων.
«Καθήκον μας είναι να εξηγούμε τη γερμανική θέση και το ιστορικό της, αλλά και να δείχνουμε τις συζητήσεις που διεξάγονται στη Γερμανία», εξηγεί η Γιοστ. «Ταυτόχρονα, μεταφέρουμε και την κριτική από πολλές χώρες πίσω στη Γερμανία».
Τα τελευταία χρόνια, το έργο του Ινστιτούτου δυσχεραίνεται και από σημαντικές περικοπές της κρατικής χρηματοδότησης, που οδήγησαν σε αναδιαρθρώσεις και κλείσιμο παραρτημάτων. Παράλληλα, η ενσωμάτωση αυξανόμενου αριθμού ξένων ειδικευμένων εργαζομένων δημιουργεί νέες προκλήσεις για τη Γερμανία. Σε αυτό το πεδίο, η Γκέσε Γιοστ βλέπει το Ινστιτούτο Γκαίτε ως σημαντικό υποστηρικτή: «Βλέπουμε ότι πολλοί ειδικευμένοι εργαζόμενοι από το εξωτερικό βλέπουν το μέλλον τους στη Γερμανία. Όμως η άφιξη δεν είναι πάντα εύκολη». Για τον λόγο αυτόν, το Ινστιτούτο έχει αναπτύξει το πρόγραμμα Welcome Coaches, που λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για θέματα ζωής και εργασίας στη Γερμανία, προσφέροντας ιδιαίτερα στην αρχή προσανατολισμό. «Πρόκειται για μια σημαντική συμβολή που μπορεί να προσφέρει το Ινστιτούτο Γκαίτε εντός της Γερμανίας», καταλήγει.
Καταρίνα Άμπελ | dpa
Επιμέλεια: Σοφία Κλεφτάκη -D.W

Στάινμαϊερ: Καθοριστικός ο ρόλος του Ινστιτούτου Γκαίτε στον πολιτισμό
Στην ομιλία του για τα 75 χρόνια από την ίδρυση του Ινστιτούτου Γκαίτε, ο Ομοσπονδιακός Πρόεδρος της Γερμανίας, Φρανκ‑Βάλτερ Στάινμαϊερ, εξήρε τον ρόλο του πολιτιστικού οργανισμού, κάνοντας λόγο για διορατικότητα και τόλμη των ιδρυτών και ιδρυτριών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
«Όταν σήμερα γιορτάζουμε τα 75 χρόνια του Ινστιτούτου Γκαίτε, θυμόμαστε τη διορατικότητα και το θάρρος των ιδρυτών και των ιδρυτριών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας. Το να διαμορφωθεί η πολιτιστική εργασία στο εξωτερικό με πνεύμα ελευθερίας ήταν και παραμένει, τουλάχιστον με αυτή τη μορφή, κάτι σχεδόν μοναδικό παγκοσμίως», δήλωσε.
Με αφορμή την επετειακή εκδήλωση στο Βερολίνο, ο Στάινμαϊερ απηύθυνε έκκληση προς την Μπούντεσταγκ να διατηρήσει και να ενισχύσει την πολιτιστική δράση του Ινστιτούτου Γκαίτε σε όλο τον κόσμο. Τόνισε ότι η ανανέωση και η αλλαγή δεν είναι ξένες προς το Ινστιτούτο, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι αυτό που χρειάζεται είναι, πέρα από τη χρηματοδοτική του βάση, πολιτική στήριξη.
«Αυτό που χρειάζεται το Ινστιτούτο Γκαίτε είναι υποστηρικτές στην πολιτική, και ουσιαστική στήριξη απέναντι σε όσους απαξιώνουν την πολυμορφία και την ανοικτότητα στην πολιτιστική και εκπαιδευτική πολιτική», είπε ο Ομοσπονδιακός Πρόεδρος. Και πρόσθεσε ότι αυτή η στήριξη δεν πρέπει να προέρχεται μόνο από το αρμόδιο υπουργείο, αλλά από το σύνολο του Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου και από την κοινωνία συνολικά.
Ο Στάινμαϊερ αναφέρθηκε επίσης στη σημερινή σημασία της εξωτερικής πολιτιστικής πολιτικής. Όπως είπε, για χώρες όπως η Γερμανία, που δεν είναι μεγάλες δυνάμεις, η εξωτερική πολιτική θα πρέπει και στο μέλλον να στηρίζεται σε τέσσερις πυλώνες: στη στρατιωτική ισχύ, ώστε να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη· στην έξυπνη διπλωματία, για τη διαμόρφωση λύσεων και τη σύναψη συμμαχιών· σε μια διεθνή έννομη τάξη ως πλαίσιο και κατεύθυνση· και, τέταρτον, στον πολιτισμό και την επιστήμη ως ήπια ισχύ, ως προσφορά προς τον κόσμο.
Δύσκολη εκκίνηση μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο
Το Ινστιτούτο Γκαίτε λειτουργεί εδώ και 75 χρόνια με σκοπό να εκπροσωπεί τη Γερμανία στο εξωτερικό και να φέρνει τη γερμανική γλώσσα και τον πολιτισμό πιο κοντά σε ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Ιδρύθηκε το 1951, σε μια περίοδο κατά την οποία η Γερμανία, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τα εγκλήματα του εθνικοσοσιαλισμού, έπρεπε να ανακτήσει τη διεθνή εμπιστοσύνη.
Το Ινστιτούτο Γκαίτε ιδρύθηκε το 1951Εικόνα: Goethe-Institut / Michael FriedelΑρχικά λειτούργησε με την επωνυμία «Goethe e.V. για την επιμόρφωση αλλοδαπών καθηγητών γερμανικών» και προσκαλούσε εκπαιδευτικούς από το εξωτερικό στη Γερμανία για γλωσσική κατάρτιση. Ωστόσο, σύντομα το βάρος μετατοπίστηκε στη διδασκαλία της γερμανικής γλώσσας στο εξωτερικό: το 1952 ιδρύθηκε το πρώτο Ινστιτούτο Γκαίτε στην Αθήνα, ενώ δέκα χρόνια αργότερα λειτουργούσαν ήδη 54 παραρτήματα στο εξωτερικό, έναντι 17 στη Γερμανία.
Σήμερα, το Ινστιτούτο Γκαίτε διαθέτει ένα παγκόσμιο δίκτυο με περίπου 4.400 εργαζόμενες και εργαζόμενους σε 154 δομές σε 100 χώρες. Περίπου ένα εκατομμύριο άνθρωποι δίνουν κάθε χρόνο επίσημες εξετάσεις γερμανικής γλώσσας σε Ινστιτούτα Γκαίτε ή σε συνεργαζόμενους φορείς.
Από τη γερμανική κλασική περίοδο έως την τζαζ
Καθοριστικό ρόλο για την επιτυχία του Ινστιτούτου Γκαίτε από την αρχή έπαιξε η αξιοπιστία του ως ανεξάρτητου φορέα. Παρότι χρηματοδοτείται κατά τα δύο τρίτα από τον προϋπολογισμό του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών, ο σχεδιασμός των προγραμμάτων του γίνεται με πλήρη αυτονομία και έχει προσαρμοστεί επανειλημμένα, στη διάρκεια των δεκαετιών, στο εκάστοτε πνεύμα της εποχής και στις πολιτικές συνθήκες.

Ο Πάπας Φραγκίσκος είχε επίσης μάθει γερμανικά σε Ινστιτούτο Γκαίτε
Γρήγορα κατέστη σαφές ότι το Ινστιτούτο δεν ήθελε να περιοριστεί μόνο στη γλώσσα: η πολιτιστική και ενημερωτική δράση θα έπρεπε να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης εικόνας της Γερμανίας. «Ήταν επίσης ξεκάθαρο ότι δεν επρόκειτο να “εξάγουμε” τη λεγόμενη γερμανική κουλτούρα στον κόσμο», εξηγεί η Γκέσε Γιοστ, πρόεδρος του Ινστιτούτου Γκαίτε από το 2024, σε συνέντευξή της στην DW. «Αντίθετα, επρόκειτο για μια κοινή αναζήτηση: πώς ξεκινάμε ξανά, αλλά και πώς θέλουμε όλοι μαζί να διαμορφώσουμε κοινωνία και μέλλον».
Στα πρώτα χρόνια, τα πολιτιστικά προγράμματα συνδέονται συνειδητά με τη γερμανική κλασική παράδοση: ονόματα όπως ο Σίλερ, ο Μπαχ και ο Μπετόβεν δεν είχαν χάσει τίποτα από τη διεθνή τους ακτινοβολία, παρά την περίοδο του εθνικοσοσιαλισμού. Τη δεκαετία του 1960, η γερμανική τζαζ εξελίσσεται σε πολιτιστικό εξαγώγιμο προϊόν του Ινστιτούτου. Ο μουσικός και συνθέτης Κλάους Ντόλντινγκερ, για παράδειγμα, περιοδεύει με το συγκρότημά του σε όλο τον κόσμο. Παράλληλα, λογοτέχνες όπως οι νομπελίστες Γκύντερ Γκρας, Χάινριχ Μπελ και Χέρτα Μύλερ συμμετέχουν επί δεκαετίες σε δράσεις του Ινστιτούτου.
Με το πνεύμα ανανέωσης της γενιάς του 1968, το Flower Power και τις φοιτητικές κινητοποιήσεις, το Ινστιτούτο Γκαίτε αλλάζει ξανά προφίλ: αρχίζει να ενσωματώνει πιο έντονα κριτικές στάσεις απέναντι σε κοινωνικά ζητήματα και εντάσσει στο πρόγραμμά του την επεξεργασία του ναζιστικού παρελθόντος.
Διάλογος και αμοιβαία μάθηση
Πρόκειται για μια περίοδο κατά την οποία η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επαναπροσδιορίζεται, υπό τον σοσιαλδημοκράτη καγκελάριο Βίλι Μπραντ. Το 1970, ο κοινωνιολόγος Ραλφ Ντάρεντορφ, τότε κοινοβουλευτικός υφυπουργός στο υπουργείο Εξωτερικών, διατυπώνει τις νέες κατευθυντήριες αρχές: η πολιτιστική πολιτική γίνεται «ο τρίτος πυλώνας της εξωτερικής πολιτικής». Όπως εξηγεί, δεν πρόκειται μόνο για αναβάθμιση, αλλά για μια νέα νοοτροπία: «Αυτό που προσφέρουμε αξίζει μόνο όσο είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε. Η δεκτικότητα προς τους άλλους είναι λοιπόν θεμελιώδης αρχή της εξωτερικής πολιτιστικής μας πολιτικής».
Έτσι, το Ινστιτούτο Γκαίτε απομακρύνεται από τη λογική του πολιτιστικού “εξαγωγισμού” και στρέφεται προς τον διάλογο, τη συνεργασία και την αμοιβαία μάθηση – μια προσέγγιση που χαρακτηρίζει τη δράση του μέχρι σήμερα.
Κατά την περίοδο της διαίρεσης της Γερμανίας και ιδίως στον Ψυχρό Πόλεμο, Ανατολή και Δύση ανταγωνίζονται και στον τομέα της εξωτερικής πολιτιστικής πολιτικής. Τη δεκαετία του ’70, ο Τύπος της ΛΔΓ διαδίδει ακόμα και τη φήμη ότι τα Ινστιτούτα Γκαίτε λειτουργούν ως κέντρα κατασκοπείας. Μετά την πτώση του Σιδηρού Παραπετάσματος το 1989, το Ινστιτούτο ανοίγει πολυάριθμα νέα παραρτήματα στην Ανατολική Ευρώπη και στις πρώην χώρες του ανατολικού μπλοκ, μεταξύ αυτών και στη Μόσχα.
Στο πλαίσιο του ρωσικού πολέμου κατά της Ουκρανίας, το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών διέταξε δραστική μείωση του προσωπικού, ωστόσο η δουλειά του Ινστιτούτου συνεχίζεται. Το ίδιο ισχύει και για την Ουκρανία: το παράρτημα στο Κίεβο παραμένει ανοιχτό από την αρχή του πολέμου, προσφέροντας ευέλικτα υβριδικά προγράμματα. Σε περίπτωση συναγερμού, τα μαθήματα μεταφέρονται σε καταφύγια, ενώ υπάρχουν και ψηφιακές εναλλακτικές.

Στα πρώτα χρόνια, τα πολιτιστικά προγράμματα συνδέονται συνειδητά με τη γερμανική κλασική παράδοση: ονόματα όπως ο Σίλερ, ο Μπαχ και ο Μπετόβεν δεν είχαν χάσει τίποτα από τη διεθνή τους ακτινοβολία, παρά την περίοδο του εθνικοσοσιαλισμού. Τη δεκαετία του 1960, η γερμανική τζαζ εξελίσσεται σε πολιτιστικό εξαγώγιμο προϊόν του Ινστιτούτου. Ο μουσικός και συνθέτης Κλάους Ντόλντινγκερ, για παράδειγμα, περιοδεύει με το συγκρότημά του σε όλο τον κόσμο. Παράλληλα, λογοτέχνες όπως οι νομπελίστες Γκύντερ Γκρας, Χάινριχ Μπελ και Χέρτα Μύλερ συμμετέχουν επί δεκαετίες σε δράσεις του Ινστιτούτου.
Με το πνεύμα ανανέωσης της γενιάς του 1968, το Flower Power και τις φοιτητικές κινητοποιήσεις, το Ινστιτούτο Γκαίτε αλλάζει ξανά προφίλ: αρχίζει να ενσωματώνει πιο έντονα κριτικές στάσεις απέναντι σε κοινωνικά ζητήματα και εντάσσει στο πρόγραμμά του την επεξεργασία του ναζιστικού παρελθόντος.
Διάλογος και αμοιβαία μάθηση
Πρόκειται για μια περίοδο κατά την οποία η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επαναπροσδιορίζεται, υπό τον σοσιαλδημοκράτη καγκελάριο Βίλι Μπραντ. Το 1970, ο κοινωνιολόγος Ραλφ Ντάρεντορφ, τότε κοινοβουλευτικός υφυπουργός στο υπουργείο Εξωτερικών, διατυπώνει τις νέες κατευθυντήριες αρχές: η πολιτιστική πολιτική γίνεται «ο τρίτος πυλώνας της εξωτερικής πολιτικής». Όπως εξηγεί, δεν πρόκειται μόνο για αναβάθμιση, αλλά για μια νέα νοοτροπία: «Αυτό που προσφέρουμε αξίζει μόνο όσο είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε. Η δεκτικότητα προς τους άλλους είναι λοιπόν θεμελιώδης αρχή της εξωτερικής πολιτιστικής μας πολιτικής».
Έτσι, το Ινστιτούτο Γκαίτε απομακρύνεται από τη λογική του πολιτιστικού “εξαγωγισμού” και στρέφεται προς τον διάλογο, τη συνεργασία και την αμοιβαία μάθηση – μια προσέγγιση που χαρακτηρίζει τη δράση του μέχρι σήμερα.
Κατά την περίοδο της διαίρεσης της Γερμανίας και ιδίως στον Ψυχρό Πόλεμο, Ανατολή και Δύση ανταγωνίζονται και στον τομέα της εξωτερικής πολιτιστικής πολιτικής. Τη δεκαετία του ’70, ο Τύπος της ΛΔΓ διαδίδει ακόμα και τη φήμη ότι τα Ινστιτούτα Γκαίτε λειτουργούν ως κέντρα κατασκοπείας. Μετά την πτώση του Σιδηρού Παραπετάσματος το 1989, το Ινστιτούτο ανοίγει πολυάριθμα νέα παραρτήματα στην Ανατολική Ευρώπη και στις πρώην χώρες του ανατολικού μπλοκ, μεταξύ αυτών και στη Μόσχα.
Στο πλαίσιο του ρωσικού πολέμου κατά της Ουκρανίας, το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών διέταξε δραστική μείωση του προσωπικού, ωστόσο η δουλειά του Ινστιτούτου συνεχίζεται. Το ίδιο ισχύει και για την Ουκρανία: το παράρτημα στο Κίεβο παραμένει ανοιχτό από την αρχή του πολέμου, προσφέροντας ευέλικτα υβριδικά προγράμματα. Σε περίπτωση συναγερμού, τα μαθήματα μεταφέρονται σε καταφύγια, ενώ υπάρχουν και ψηφιακές εναλλακτικές.

Το Ινστιτούτο Γκαίτε δραστηριοποιείται στο Ντακάρ της Σενεγάλης από το 1978. Το νέο του κτήριο εγκαινιάστηκε τον Μάιο του 2026
Η «Zeitenwende» έχει ήδη συντελεστεί
«Έχω την αίσθηση ότι η εργασία σε συνθήκες κρίσης έχει γίνει κανονικότητα σε πολλές περιοχές», λέει η Γκέσε Γιοστ. «Είτε επειδή η Δημοκρατία υποχωρεί είτε επειδή οι συνάδελφοι εργάζονται υπό καθεστώς λογοκρισίας είτε επειδή απειλούνται από ένοπλες συγκρούσεις». Σε πολλά Ινστιτούτα Γκαίτε, η περίφημη «Zeitenwende» -η ιστορική καμπή- έχει ήδη συντελεστεί. «Έχουμε συνειδητοποιήσει ότι σε περιοχές κρίσης είμαστε σημαντικοί εταίροι της κοινωνίας των πολιτών. Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να κινούμαστε με ευαισθησία και διπλωματία, ώστε να μη βρεθούμε αντιμέτωποι με απελάσεις», τονίζει, εκφράζοντας τον σεβασμό της για τη δουλειά των συνεργατών της.
Σε μια εποχή όπου η καλλιτεχνική ελευθερία, η ελεύθερη έκφραση, η επιστήμη και η εκπαίδευση δέχονται αυξανόμενες πιέσεις, το Ινστιτούτο Γκαίτε επιδιώκει να συνεχίσει να προσφέρει χώρους διαλόγου και ανοιχτής ανταλλαγής. Αυτό, ωστόσο, δυσκολεύει σε αρκετές χώρες λόγω της γερμανικής στάσης στο ζήτημα της Μέσης Ανατολής. Σε ορισμένα κράτη του αραβικού κόσμου, συνεργασίες έχουν παγώσει, ενώ αλλού εκδηλώνονται μποϊκοτάζ εκδηλώσεων.
«Καθήκον μας είναι να εξηγούμε τη γερμανική θέση και το ιστορικό της, αλλά και να δείχνουμε τις συζητήσεις που διεξάγονται στη Γερμανία», εξηγεί η Γιοστ. «Ταυτόχρονα, μεταφέρουμε και την κριτική από πολλές χώρες πίσω στη Γερμανία».
Τα τελευταία χρόνια, το έργο του Ινστιτούτου δυσχεραίνεται και από σημαντικές περικοπές της κρατικής χρηματοδότησης, που οδήγησαν σε αναδιαρθρώσεις και κλείσιμο παραρτημάτων. Παράλληλα, η ενσωμάτωση αυξανόμενου αριθμού ξένων ειδικευμένων εργαζομένων δημιουργεί νέες προκλήσεις για τη Γερμανία. Σε αυτό το πεδίο, η Γκέσε Γιοστ βλέπει το Ινστιτούτο Γκαίτε ως σημαντικό υποστηρικτή: «Βλέπουμε ότι πολλοί ειδικευμένοι εργαζόμενοι από το εξωτερικό βλέπουν το μέλλον τους στη Γερμανία. Όμως η άφιξη δεν είναι πάντα εύκολη». Για τον λόγο αυτόν, το Ινστιτούτο έχει αναπτύξει το πρόγραμμα Welcome Coaches, που λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για θέματα ζωής και εργασίας στη Γερμανία, προσφέροντας ιδιαίτερα στην αρχή προσανατολισμό. «Πρόκειται για μια σημαντική συμβολή που μπορεί να προσφέρει το Ινστιτούτο Γκαίτε εντός της Γερμανίας», καταλήγει.
Καταρίνα Άμπελ | dpa
Επιμέλεια: Σοφία Κλεφτάκη -D.W
Tags
ΕΥΡΩΠΗ