ΑΠΟΨΕΙΣ: Η παραπλανητική παραβολή του «συνετού νοικοκύρη» με το δημόσιο χρέος και τη μακροοικονομική επιστήμη


της  Μάχη Γεωργακοπούλου, Οικονομολόγου, Προέδρου του Hellenic Female Leaders UK


Η εξομοίωση του δημόσιου χρέους με το δάνειο ενός νοικοκυριού δεν αποτελεί απλώς μια ατυχή εκλαΐκευση. Συνιστά σοβαρό μεθοδολογικό σφάλμα καθώς συγχέει δύο οικονομικές οντότητες με διαφορετικό χρονικό ορίζοντα, διαφορετικές λειτουργίες και, κυρίως, διαφορετική επίδραση στο συνολικό εισόδημα. Μέσα από αυτή την παραβολή, μια σύνθετη άσκηση δημοσιονομικής βελτιστοποίησης μετατρέπεται σε ηθικολογία, από τη μία ο «συνετός οικογενειάρχης» που αποπληρώνει, από την άλλη οι «ανεύθυνοι» που θέλουν να δαπανούν. Η οικονομική επιστήμη, όμως, δεν είναι οικιακό εγχειρίδιο εγκράτειας.

Ένα νοικοκυριό έχει πεπερασμένο βιολογικό και εισοδηματικό ορίζοντα. Δεν διαθέτει φορολογική εξουσία, δεν ασκεί αντικυκλική πολιτική και οι δαπάνες του δεν μεταβάλλουν αισθητά το συνολικό εθνικό εισόδημα. Αντίθετα, το κράτος αποτελεί διαρκή θεσμό, εισπράττει φόρους, αναχρηματοδοτεί λήξεις δανείων και επηρεάζει, μέσω των δαπανών και των επενδύσεών του, την παραγωγή, την απασχόληση, την παραγωγικότητα και τελικά τα ίδια τα δημόσια έσοδα. Η συμμετοχή της Ελλάδας στη νομισματική ένωση περιορίζει ασφαλώς τα εργαλεία της, δεν μετατρέπει όμως το κράτος σε «οικογένεια με στεγαστικό δάνειο».

Από τον Richard Musgrave γνωρίζουμε ότι ο προϋπολογισμός επιτελεί τρεις θεμελιώδεις λειτουργίες, την κατανομή πόρων, την αναδιανομή εισοδήματος και την μακροοικονομική σταθεροποίηση. Η διαχείριση του χρέους είναι σημαντικό τμήμα της δημόσιας οικονομικής, όχι ο μοναδικός σκοπός της. Ένα κράτος που απομειώνει τις υποχρεώσεις του αλλά εγκαταλείπει τις υποδομές, την παιδεία, την υγεία ή την παραγωγική του βάση μπορεί να εμφανίζει βελτιωμένο ακαθάριστο χρέος και ταυτόχρονα να γίνεται φτωχότερο.
Η θεμελιώδης εξίσωση της δυναμικής του χρέους είναι αποκαλυπτική:

Δd = [(r − g)/(1 + g)]d − pb + sfa

όπου d είναι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ, r το πραγματικό κόστος εξυπηρέτησης, g ο ρυθμός μεγέθυνσης, pb το πρωτογενές αποτέλεσμα και sfa οι λοιπές προσαρμογές αποθέματος και ροής. Από την κλασική εργασία του Evsey Domar το 1944 έως τη σύγχρονη ανάλυση του ΔΝΤ, το βάρος του χρέους δεν κρίνεται από το απόλυτο ποσό του αλλά από τη σχέση του με το εισόδημα που παράγει η οικονομία (Domar, ⁠The “Burden of the Debt” and the National Income⁠, ΔΝΤ, μεθοδολογία δυναμικής χρέους⁠).
Όταν η ονομαστική μεγέθυνση υπερβαίνει το μέσο επιτόκιο, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ μπορεί να αποκλιμακώνεται ακόμη και με μετριοπαθέστερα πλεονάσματα. Αντίστροφα, μια υπερβολικά συσταλτική πολιτική που συμπιέζει το ΑΕΠ μπορεί να επιδεινώσει τον λόγο χρέους, παρά τις περικοπές. Αυτή είναι η περίφημη επίδραση του παρονομαστή, την οποία η κυβερνητική παραβολή εξαφανίζει.
Οι Blanchard και Leigh έδειξαν ότι κατά την ευρωπαϊκή κρίση οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές είχαν υποτιμηθεί και η προγραμματισμένη προσαρμογή συνδέθηκε με πολύ μεγαλύτερη απώλεια ανάπτυξης από την αναμενόμενη.
Η Ελλάδα το έζησε με τον οδυνηρότερο τρόπο. Παρά την πρωτοφανή δημοσιονομική προσαρμογή, η παραγωγή μειώθηκε περίπου κατά 25% στα πρώτα χρόνια της κρίσης και ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αυξήθηκε. ΔΝΤ, αποτίμηση της ελληνικής κρίσης⁠ Το δίδαγμα, επομένως, δεν ήταν απλώς ότι «πρέπει να ξεχρεώνουμε». Ήταν ότι η δημοσιονομική προσαρμογή χωρίς ανάπτυξη, θεσμική ικανότητα και κοινωνική ανθεκτικότητα μπορεί να αυτοϋπονομευθεί.

Η σημερινή διάρθρωση του ελληνικού χρέους καταδεικνύει ακόμη περισσότερο την αναλυτική ανεπάρκεια της οικιακής σύγκρισης. Στις 31 Μαρτίου 2026 το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης ανερχόταν σε 360,54 δισ. ευρώ, αλλά τα ταμειακά διαθέσιμα έφθαναν τα 38,92 δισ., περιορίζοντας το καθαρό χρέος στα 321,62 δισ. ευρώ. Μετά τις πράξεις αντιστάθμισης, το σύνολο του χαρτοφυλακίου ήταν σταθερού επιτοκίου, η μέση σταθμική διάρκεια ανερχόταν σε 18,36 έτη και το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης, μαζί με τους αναβαλλόμενους τόκους του EFSF, ήταν περίπου 1,84%. (ΟΔΔΗΧ, βασικές παράμετροι χρέους.⁠ Τα δάνεια του ESM και του EFSF έχουν μέσες διάρκειες άνω των 32 και 42 ετών αντίστοιχα. ESM, Financial Assistance⁠).

Αυτό δεν σημαίνει ότι το ελληνικό χρέος έπαψε να είναι υψηλό ή ότι πρέπει να αντιμετωπίζεται με αμεριμνησία. Σημαίνει ότι δεν μοιάζει με καταναλωτικό δάνειο νοικοκυριού που λήγει σύντομα και επιβαρύνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο. Πρόκειται για ένα μεγάλο, αλλά ιδιομορφώς διαρθρωμένο χαρτοφυλάκιο, με μακρές λήξεις, χαμηλό μέσο κόστος και περιορισμένο βραχυπρόθεσμο κίνδυνο αναχρηματοδότησης.

Υπό αυτό το πρίσμα, η στοχευμένη πρόωρη αποπληρωμή ακριβότερων τμημάτων του χρέους μπορεί να είναι απολύτως εύλογη. Ο ESM επιβεβαίωσε ότι η αποπληρωμή δανείων του GLF ύψους 6,94 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2026 βελτίωσε τη σύνθεση του χρέους και περιόρισε τον επιτοκιακό κίνδυνο. (ESM, Ιούνιος 2026⁠). Το Υπουργείο Οικονομικών εκτιμά ότι το σύνολο των πρόωρων αποπληρωμών του 2026 θα φθάσει τα 12,84 δισ. ευρώ και θα μειώσει τις ετήσιες δαπάνες τόκων κατά περίπου 370 εκατ. ευρώ. Αυτό είναι ένα μετρήσιμο όφελος. Δεν είναι, όμως, από μόνο του απόδειξη οικονομικής αριστοποίησης.

Η ορθολογική απόφαση απαιτεί σύγκριση του καθαρού οφέλους της αποπληρωμής, μετά την αφαίρεση της απόδοσης και της ασφαλιστικής αξίας των διαθεσίμων, με την οικονομική και κοινωνική απόδοση εναλλακτικών χρήσεων. Εάν ένα χρέος κοστίζει 2,9% και τα χρήματα παραμένουν σε κατάθεση με αισθητά χαμηλότερη απόδοση, η αποπληρωμή έχει νόημα. Εάν, όμως, μια ώριμη δημόσια επένδυση αποδίδει μακροχρόνια περισσότερο από το κόστος του χρέους, αυξάνοντας το ΑΕΠ και τα μελλοντικά έσοδα, η μη πραγματοποίησή της μπορεί να μειώσει τον καθαρό δημόσιο πλούτο.

Η έρευνα του ΔΝΤ έχει εκτιμήσει ότι, σε προηγμένες οικονομίες, αύξηση των αποδοτικών δημόσιων επενδύσεων κατά μία ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ μπορεί να αυξήσει την παραγωγή περίπου κατά 0,4% το πρώτο έτος και κατά 1,5% έπειτα από τέσσερα χρόνια. Το αποτέλεσμα εξαρτάται απολύτως από την ποιότητα επιλογής και υλοποίησης των έργων, δεν αποτελεί άδεια για σπατάλη. Αποδεικνύει, όμως, ότι η επιλογή δεν είναι «χρέος ή ανεύθυνη κατανάλωση». Μπορεί να είναι «εξοικονόμηση τόκων ή παραγωγικό κεφάλαιο». (ΔΝΤ, ⁠The Macroeconomic Effects of Public Investment⁠)

Η κυβερνητική επιχειρηματολογία συγχέει επίσης τρεις διαφορετικές έννοιες, όπως το πρωτογενές πλεόνασμα που είναι ετήσια ροή, τα ταμειακά διαθέσιμα που αποτελούν περιουσιακό απόθεμα και, τέλος, το δημόσιο χρέος, που αποτελεί απόθεμα υποχρεώσεων.

Η αποπληρωμή χρέους ανταλλάσσει ένα χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο, την ρευστότητα, με τη μείωση μιας υποχρέωσης. Μπορεί να βελτιώνει τον ισολογισμό, αλλά ταυτόχρονα μειώνει το απόθεμα ασφαλείας. Η φράση «τα χρήματα κάθονται στην τράπεζα» αγνοεί ότι η ρευστότητα έχει αξία σε περίπτωση κρίσης, αδυναμίας πρόσβασης στις αγορές ή ανάγκης ταχείας κρατικής παρέμβασης.

Ανάλογη είναι και η διαστρέβλωση των νέων ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων. Δεν υπάρχει καθολικό πλαφόν 3–3,5% για όλες τις κρατικές δαπάνες. Υπάρχουν εξατομικευμένες πορείες καθαρών πρωτογενών δαπανών, από τις οποίες εξαιρούνται τόκοι, ευρωπαϊκά προγράμματα, εθνικές συγχρηματοδοτήσεις και ορισμένες έκτακτες δαπάνες. Για την Ελλάδα εγκρίθηκαν ρυθμοί 3,7% το 2025 και 3,6% το 2026, ενώ η ίδια η κυβέρνηση προβλέπει για το 2026 αύξηση 7,5%, αξιοποιώντας τη ρήτρα διαφυγής για την άμυνα. Οι κανόνες θέτουν περιορισμούς, όμως σε καμία περίπτωση δεν αποφασίζουν αν οι διαθέσιμοι πόροι θα κατευθυνθούν στην άμυνα, την υγεία, την παιδεία ή τη φορολογική ελάφρυνση.

Αυτή παραμένει καθαρά πολιτική επιλογή.

Υπάρχει, τέλος, ένα βαθύτερο ζήτημα διαγενεακής δικαιοσύνης. Οι επόμενες γενιές δεν κληρονομούν μόνο δημόσιες υποχρεώσεις. Κληρονομούν και δημόσια περιουσία, ανθρώπινο κεφάλαιο, υποδομές, θεσμούς και φυσικό περιβάλλον. Το ίδιο το ΔΝΤ υποστηρίζει πλέον την αποτίμηση του συνολικού ισολογισμού του δημόσιου τομέα όπως περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις, και όχι τη μονοδιάστατη προσήλωση στο ακαθάριστο χρέος. (IMF, Public Sector Balance Sheet⁠)
Σε μια χώρα όπου το 27,5% του πληθυσμού βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης περιορίζεται στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, το κόστος ευκαιρίας (opportunity cost) κάθε δημοσιονομικής επιλογής δεν μπορεί να αποσιωπάται. Μια χώρα μπορεί να μειώνει το ακαθάριστο χρέος της και ταυτόχρονα να συσσωρεύει αθέατες υποχρεώσεις όπως υποβαθμισμένα σχολεία, ανεπαρκείς υγειονομικές υποδομές, δημογραφική παρακμή, χαμηλή παραγωγικότητα και περιβαλλοντικό κίνδυνο.

Δημοσιονομική υπευθυνότητα δεν σημαίνει τη μηχανική διοχέτευση κάθε διαθέσιμου ευρώ στην ταχύτερη αποπληρωμή σε προεκλογική περίοδο. Σημαίνει βέλτιστη διαχείριση του διαγενεακού δημόσιου ισολογισμού, δηλαδή βιώσιμο χρέος, επαρκής ρευστότητα, παραγωγικές επενδύσεις, κοινωνική συνοχή και ανθεκτικότητα απέναντι στις κρίσεις.

Μια κυβέρνηση βέβαιη για την οικονομική ορθότητα της επιλογής της οφείλει να δημοσιεύσει την καθαρή παρούσα αξία των πρόωρων αποπληρωμών, την απόδοση που θυσιάζεται, το ύψος του εναπομένοντος αποθέματος ασφαλείας, την ανάλυση κινδύνου και τη συγκριτική απόδοση των εναλλακτικών επενδύσεων. Δεν χρειάζεται να καταφεύγει σε παραβολές περί νοικοκυριού ούτε να στιγματίζει ως ανεύθυνο όποιον ζητά αυτή την αποτίμηση.

Το δημόσιο χρέος χρειάζεται σοβαρότητα, όχι φετιχοποίηση και η οικιακή παραβολή δεν εκλαϊκεύει την οικονομική επιστήμη, την ακρωτηριάζει μετατρέποντας μια πολιτική προτεραιότητα σε δήθεν φυσικό νόμο και τη μακροοικονομική ανάλυση σε επικοινωνιακό αφήγημα.
Νεότερη Παλαιότερη