Η «ιστορική» όπως την αποκαλούν οι ίδιες οι ΗΠΑ συμφωνία τους με τη Σαουδική Αραβία για εμπλουτισμό ουρανίου αντιμετωπίζεται με επιφυλάξεις από τον γερμανικό Τύπο.

Μια επιθυμία ετών έγινε πραγματικότητα για τη Σαουδική Αραβία
Η συμφωνία για ειρηνική χρήση της ατομικής ενέργειας που ανακοίνωσαν την Πέμπτη ΗΠΑ και Σαουδική Αραβία σε πανηγυρικούς τόνους δεν προκαλεί ανάλογα συναισθήματα στην Ευρώπη και ο τρόπος που την υποδέχτηκε ο γερμανικός Τύπος είναι ενδεικτικός. Για παράδειγμα, η taz κάνει λόγο για «νέα εκρηκτική ύλη στη Μέση Ανατολή» και για τον φόβο να ξεκινήσει στην περιοχή μια κούρσα «πυρηνικού ανταγωνισμού».
Αναφέρει χαρακτηριστικά το δημοσίευμα: «Το πρόγραμμα έχει σχεδιαστεί ρητά για πολιτική χρήση, αλλά εάν οι αναφορές είναι ακριβείς, οι δύο μέθοδοι θα μπορούσαν θεωρητικά να επιτρέψουν στη Σαουδική Αραβία να παράγει το απαραίτητο υλικό για πυρηνικά όπλα. Η Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ αναφέρεται σε αυτό ως πυρηνική συνεργασία για ειρηνικές χρήσεις, η οποία θα έδινε στις αμερικανικές εταιρείες πρόσβαση στο πρόγραμμα πυρηνικής ενέργειας της Σαουδικής Αραβίας. Ωστόσο, σύμφωνα με δημοσιεύματα, το πρόγραμμα δίνει επίσης στη Σαουδική Αραβία την επιλογή εμπλουτισμού ουρανίου στο δικό της έδαφος – υπό την επίβλεψη των ΗΠΑ».
Παρά τις αμερικανικές διαβεβαιώσεις περί ειρηνικής χρήσης, η εφημερίδα επισημαίνει ότι «οι επικριτές φοβούνται, ωστόσο, ότι η συμφωνία θα μπορούσε να οδηγήσει στον πολλαπλασιασμό των πυρηνικών όπλων σε μια ήδη ασταθή περιοχή. Το Ισραήλ κατέχει πυρηνικά όπλα εδώ και δεκαετίες, το Ιράν εμπλουτίζει επίσης ουράνιο και κατηγορείται ότι το χρησιμοποιεί για να αναπτύξει το δικό του πρόγραμμα πυρηνικών όπλων – κάτι που η ιρανική ηγεσία αρνείται».
Το δημοσίευμα επισημαίνει ότι η συμφωνία θα πρέπει να εγκριθεί από το Κογκρέσο, όπου θα υπάρξουν πιθανότατα αντιδράσεις και από τα δύο μεγάλα πολιτικά στρατόπεδα. Ειδικά για την περίπτωση των Ρεπουμπλικάνων αυτό έχει ενδιαφέρον, αφού ένας από τους πιο θερμούς υποστηρικτές της υπήρξε ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο.


Μια επιθυμία ετών έγινε πραγματικότητα για τη Σαουδική Αραβία
Η συμφωνία για ειρηνική χρήση της ατομικής ενέργειας που ανακοίνωσαν την Πέμπτη ΗΠΑ και Σαουδική Αραβία σε πανηγυρικούς τόνους δεν προκαλεί ανάλογα συναισθήματα στην Ευρώπη και ο τρόπος που την υποδέχτηκε ο γερμανικός Τύπος είναι ενδεικτικός. Για παράδειγμα, η taz κάνει λόγο για «νέα εκρηκτική ύλη στη Μέση Ανατολή» και για τον φόβο να ξεκινήσει στην περιοχή μια κούρσα «πυρηνικού ανταγωνισμού».
Αναφέρει χαρακτηριστικά το δημοσίευμα: «Το πρόγραμμα έχει σχεδιαστεί ρητά για πολιτική χρήση, αλλά εάν οι αναφορές είναι ακριβείς, οι δύο μέθοδοι θα μπορούσαν θεωρητικά να επιτρέψουν στη Σαουδική Αραβία να παράγει το απαραίτητο υλικό για πυρηνικά όπλα. Η Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ αναφέρεται σε αυτό ως πυρηνική συνεργασία για ειρηνικές χρήσεις, η οποία θα έδινε στις αμερικανικές εταιρείες πρόσβαση στο πρόγραμμα πυρηνικής ενέργειας της Σαουδικής Αραβίας. Ωστόσο, σύμφωνα με δημοσιεύματα, το πρόγραμμα δίνει επίσης στη Σαουδική Αραβία την επιλογή εμπλουτισμού ουρανίου στο δικό της έδαφος – υπό την επίβλεψη των ΗΠΑ».
Παρά τις αμερικανικές διαβεβαιώσεις περί ειρηνικής χρήσης, η εφημερίδα επισημαίνει ότι «οι επικριτές φοβούνται, ωστόσο, ότι η συμφωνία θα μπορούσε να οδηγήσει στον πολλαπλασιασμό των πυρηνικών όπλων σε μια ήδη ασταθή περιοχή. Το Ισραήλ κατέχει πυρηνικά όπλα εδώ και δεκαετίες, το Ιράν εμπλουτίζει επίσης ουράνιο και κατηγορείται ότι το χρησιμοποιεί για να αναπτύξει το δικό του πρόγραμμα πυρηνικών όπλων – κάτι που η ιρανική ηγεσία αρνείται».
Το δημοσίευμα επισημαίνει ότι η συμφωνία θα πρέπει να εγκριθεί από το Κογκρέσο, όπου θα υπάρξουν πιθανότατα αντιδράσεις και από τα δύο μεγάλα πολιτικά στρατόπεδα. Ειδικά για την περίπτωση των Ρεπουμπλικάνων αυτό έχει ενδιαφέρον, αφού ένας από τους πιο θερμούς υποστηρικτές της υπήρξε ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο.

O Μάρκο Ρούμπιο ήταν ένθερμος υποστηρικτής της συμφωνίας
Και επισημαίνει: «Οι διαπραγματεύσεις για μια πιθανή πυρηνική συμφωνία μεταξύ των ΗΠΑ και της πλούσιας σε πετρέλαιο Σαουδικής Αραβίας συνεχίζονται εδώ και πολλά χρόνια, από τότε που ο Σαουδάραβας πρίγκιπας διάδοχος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν ανακοίνωσε επανειλημμένα το ενδιαφέρον της χώρας του για την πυρηνική ενέργεια, με σκοπό να διαφοροποιήσει επίσημα τον ενεργειακό της τομέα μακριά από το πετρέλαιο. Ωστόσο, ο μπιν Σαλμάν έχει επίσης επανειλημμένα τονίσει ότι η χώρα του επιθυμεί πρόσβαση σε πυρηνικά όπλα, εφόσον το Ιράν κατέχει τέτοια».
Επίσης υπενθυμίζεται ότι ανάλογες διαπραγματεύσεις χωρίς επιτυχή κατάληξη είχαν υπάρξει και με τη διοίκηση Μπάιντεν στο παρελθόν. Τώρα αυτό άλλαξε και «ο λόγος είναι πιθανώς η ανησυχία των ΗΠΑ ότι η Σαουδική Αραβία θα μπορούσε να συνάψει μια τέτοια συμφωνία με μια άλλη χώρα, όπως η Κίνα ή η Ρωσία. Ειδικά μετά την επίθεση ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν και τον φαινομενικά χωρίς τέλος Πόλεμο του Κόλπου, τα κράτη του Κόλπου έχουν αρχίσει να αμφισβητούν την εξάρτησή τους από τις ΗΠΑ (…) Ο πόλεμος απέδειξε στα κράτη του Κόλπου ότι η παρουσία αμερικανικών βάσεων στις χώρες τους δεν τα προστάτευε, αλλά μάλλον τα έκανε πιο ευάλωτα. Αυτό οδήγησε σε μια συζήτηση για μια νέα, διαφοροποιημένη αρχιτεκτονική ασφαλείας και λιγότερη εξάρτηση από τις ΗΠΑ. Με τη νέα πυρηνική συμφωνία της Σαουδικής Αραβίας, η Ουάσιγκτον προφανώς ελπίζει να μετριάσει κάπως αυτό και να αποθαρρύνει τα κράτη του Κόλπου από το να στραφούν προς την Κίνα ή τη Ρωσία. Ταυτόχρονα, ωστόσο, η νέα συμφωνία αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική θέση των ΗΠΑ με το Ιράν. Πιθανότατα θα είναι δύσκολο να πειστεί η ιρανική ηγεσία να εγκαταλείψει το πυρηνικό της πρόγραμμα, ενώ οι ΗΠΑ ανοίγουν ταυτόχρονα, τουλάχιστον θεωρητικά, μια πιθανή οδό για τη Σαουδική Αραβία να αποκτήσει πυρηνικά όπλα».
Ένας παλιός, δεδηλωμένος στόχος

Και επισημαίνει: «Οι διαπραγματεύσεις για μια πιθανή πυρηνική συμφωνία μεταξύ των ΗΠΑ και της πλούσιας σε πετρέλαιο Σαουδικής Αραβίας συνεχίζονται εδώ και πολλά χρόνια, από τότε που ο Σαουδάραβας πρίγκιπας διάδοχος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν ανακοίνωσε επανειλημμένα το ενδιαφέρον της χώρας του για την πυρηνική ενέργεια, με σκοπό να διαφοροποιήσει επίσημα τον ενεργειακό της τομέα μακριά από το πετρέλαιο. Ωστόσο, ο μπιν Σαλμάν έχει επίσης επανειλημμένα τονίσει ότι η χώρα του επιθυμεί πρόσβαση σε πυρηνικά όπλα, εφόσον το Ιράν κατέχει τέτοια».
Επίσης υπενθυμίζεται ότι ανάλογες διαπραγματεύσεις χωρίς επιτυχή κατάληξη είχαν υπάρξει και με τη διοίκηση Μπάιντεν στο παρελθόν. Τώρα αυτό άλλαξε και «ο λόγος είναι πιθανώς η ανησυχία των ΗΠΑ ότι η Σαουδική Αραβία θα μπορούσε να συνάψει μια τέτοια συμφωνία με μια άλλη χώρα, όπως η Κίνα ή η Ρωσία. Ειδικά μετά την επίθεση ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν και τον φαινομενικά χωρίς τέλος Πόλεμο του Κόλπου, τα κράτη του Κόλπου έχουν αρχίσει να αμφισβητούν την εξάρτησή τους από τις ΗΠΑ (…) Ο πόλεμος απέδειξε στα κράτη του Κόλπου ότι η παρουσία αμερικανικών βάσεων στις χώρες τους δεν τα προστάτευε, αλλά μάλλον τα έκανε πιο ευάλωτα. Αυτό οδήγησε σε μια συζήτηση για μια νέα, διαφοροποιημένη αρχιτεκτονική ασφαλείας και λιγότερη εξάρτηση από τις ΗΠΑ. Με τη νέα πυρηνική συμφωνία της Σαουδικής Αραβίας, η Ουάσιγκτον προφανώς ελπίζει να μετριάσει κάπως αυτό και να αποθαρρύνει τα κράτη του Κόλπου από το να στραφούν προς την Κίνα ή τη Ρωσία. Ταυτόχρονα, ωστόσο, η νέα συμφωνία αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική θέση των ΗΠΑ με το Ιράν. Πιθανότατα θα είναι δύσκολο να πειστεί η ιρανική ηγεσία να εγκαταλείψει το πυρηνικό της πρόγραμμα, ενώ οι ΗΠΑ ανοίγουν ταυτόχρονα, τουλάχιστον θεωρητικά, μια πιθανή οδό για τη Σαουδική Αραβία να αποκτήσει πυρηνικά όπλα».
Ένας παλιός, δεδηλωμένος στόχος

Οι Σαουδάραβες είχαν επιφυλάξει μεγαλοπρεπή υποδοχή στον Τραμπ τον Μάιο του 2025
Για το ίδιο θέμα το δημόσιο δίκτυο ARD σχολιάζει: «Με την υπογραφή πυρηνικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ, η Σαουδική Αραβία πέτυχε έναν στόχο που επιδιώκει εδώ και καιρό. Η πυρηνική ενέργεια αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου που περιλαμβάνει και στρατηγικές παραμέτρους».
Υπενθυμίζει τη «μεγαλοπρεπή υποδοχή« του Ντόναλντ Τραμπ στο Ριάντ πέρυσι.
«Οι Σαουδάραβες υποσχέθηκαν δισεκατομμύρια σε επενδύσεις – ο πρίγκιπας διάδοχος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν και ο Τραμπ ξεπέρασαν ο ένας τον άλλον με κολακευτικά λόγια. Ο Τραμπ εξήρε την ειδική συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών και τη χαρά του που έβλεπε τον πρίγκιπα διάδοχο ξανά και ξανά. Η επίσκεψη γιορτάστηκε στα μέσα ενημέρωσης ως μεγάλη επιτυχία. Αυτό που παραβλέφθηκε κάπως εκείνη την εποχή, ωστόσο, ήταν ότι δύο από τα πιο σημαντικά αιτήματα της Σαουδικής Αραβίας παρέμειναν ανεκπλήρωτα: μια ισχυρή εγγύηση ασφάλειας από τις ΗΠΑ και υποστήριξη για την ανάπτυξη ενός πυρηνικού προγράμματος».
Το δημοσίευμα στέκεται επίσης στον αυξανόμενο ρόλο που αποκτά η ατομική ενέργεια στην περιοχή.
«"Όραμα 2030" είναι το όνομα του προγράμματος μεταρρυθμίσεων με το οποίο ο de facto ηγεμόνας Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν μεταμορφώνει την οικονομία της Σαουδικής Αραβίας. Εστιάζει ολοένα περισσότερο σε ενεργοβόρες βιομηχανίες. Για παράδειγμα, σχεδιάζονται τεράστια κέντρα δεδομένων για τεχνητή νοημοσύνη – και πυρηνικοί σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής θα μπορούσαν να παράγουν την ηλεκτρική ενέργεια που απαιτείται για αυτούς. Η επιδίωξη της Σαουδικής Αραβίας για πυρηνική ενέργεια δεν είναι καινούργια και έχει και πολιτικές διαστάσεις (…)
Τα γειτονικά Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα καυχήθηκαν ότι ήταν η πρώτη αραβική χώρα στην περιοχή με πυρηνικούς αντιδραστήρες. Ο σταθμός παραγωγής ενέργειας Barakah τέθηκε σε λειτουργία πριν από έξι χρόνια και μάλιστα απεικονίζεται σε ένα χαρτονόμισμα των ΗΑΕ. Η Αίγυπτος διαθέτει επίσης έναν πυρηνικό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής υπό κατασκευή – με την υποστήριξη της Ρωσίας. Ωστόσο, τόσο τα Εμιράτα όσο και η Αίγυπτος απέχουν από τον εμπλουτισμό ουρανίου. Η κατάσταση είναι διαφορετική για τους Σαουδάραβες, λέει η Nour Eid: "Δεδομένου ότι ο εμπλουτισμός ουρανίου είναι δικαίωμα που κατοχυρώνεται στη Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων, δεν ήθελαν να παραιτηθούν από αυτό. Το γεγονός ότι τώρα προφανώς κατάφεραν να το πετύχουν στις διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ είναι ένας λόγος για να είναι περήφανοι οι Σαουδάραβες"».
Κι εδώ γίνεται λόγος για τον κίνδυνο μιας πυρηνικής κούρσας ανταγωνισμού στην περιοχή που εξηγούσε την μέχρι τώρα αρνητική στάση των ΗΠΑ, που είχαν και έναν επιπλέον λόγο να μην ικανοποιούν το αίτημα του Ριάντ: «Ο Τραμπ έφυγε από τη Σαουδική Αραβία πέρυσι με μια ανεκπλήρωτη επιθυμία – δηλαδή, η Σαουδική Αραβία να συνάψει σχέσεις με το Ισραήλ στο πλαίσιο των λεγόμενων Συμφωνιών Αβραάμ. Η σαουδαραβική κυβέρνηση το έχει απορρίψει κατηγορηματικά πρόσφατα. Κατηγορεί το Ισραήλ ότι διέπραξε γενοκτονία εναντίον των Παλαιστινίων στη Λωρίδα της Γάζας. Ενώ οι διαφορές παραμένουν, δεν φαίνεται πλέον να αποτελούν εμπόδιο για την πυρηνική συνεργασία».
Προφανώς τα οικονομικά κέρδη, τα οποία φαίνεται να προσδοκά ο Αμερικανός πρόεδρος, υπερτερούν των πολιτικών επιφυλάξεων.
Για το ίδιο θέμα το δημόσιο δίκτυο ARD σχολιάζει: «Με την υπογραφή πυρηνικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ, η Σαουδική Αραβία πέτυχε έναν στόχο που επιδιώκει εδώ και καιρό. Η πυρηνική ενέργεια αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου που περιλαμβάνει και στρατηγικές παραμέτρους».
Υπενθυμίζει τη «μεγαλοπρεπή υποδοχή« του Ντόναλντ Τραμπ στο Ριάντ πέρυσι.
«Οι Σαουδάραβες υποσχέθηκαν δισεκατομμύρια σε επενδύσεις – ο πρίγκιπας διάδοχος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν και ο Τραμπ ξεπέρασαν ο ένας τον άλλον με κολακευτικά λόγια. Ο Τραμπ εξήρε την ειδική συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών και τη χαρά του που έβλεπε τον πρίγκιπα διάδοχο ξανά και ξανά. Η επίσκεψη γιορτάστηκε στα μέσα ενημέρωσης ως μεγάλη επιτυχία. Αυτό που παραβλέφθηκε κάπως εκείνη την εποχή, ωστόσο, ήταν ότι δύο από τα πιο σημαντικά αιτήματα της Σαουδικής Αραβίας παρέμειναν ανεκπλήρωτα: μια ισχυρή εγγύηση ασφάλειας από τις ΗΠΑ και υποστήριξη για την ανάπτυξη ενός πυρηνικού προγράμματος».
Το δημοσίευμα στέκεται επίσης στον αυξανόμενο ρόλο που αποκτά η ατομική ενέργεια στην περιοχή.
«"Όραμα 2030" είναι το όνομα του προγράμματος μεταρρυθμίσεων με το οποίο ο de facto ηγεμόνας Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν μεταμορφώνει την οικονομία της Σαουδικής Αραβίας. Εστιάζει ολοένα περισσότερο σε ενεργοβόρες βιομηχανίες. Για παράδειγμα, σχεδιάζονται τεράστια κέντρα δεδομένων για τεχνητή νοημοσύνη – και πυρηνικοί σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής θα μπορούσαν να παράγουν την ηλεκτρική ενέργεια που απαιτείται για αυτούς. Η επιδίωξη της Σαουδικής Αραβίας για πυρηνική ενέργεια δεν είναι καινούργια και έχει και πολιτικές διαστάσεις (…)
Τα γειτονικά Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα καυχήθηκαν ότι ήταν η πρώτη αραβική χώρα στην περιοχή με πυρηνικούς αντιδραστήρες. Ο σταθμός παραγωγής ενέργειας Barakah τέθηκε σε λειτουργία πριν από έξι χρόνια και μάλιστα απεικονίζεται σε ένα χαρτονόμισμα των ΗΑΕ. Η Αίγυπτος διαθέτει επίσης έναν πυρηνικό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής υπό κατασκευή – με την υποστήριξη της Ρωσίας. Ωστόσο, τόσο τα Εμιράτα όσο και η Αίγυπτος απέχουν από τον εμπλουτισμό ουρανίου. Η κατάσταση είναι διαφορετική για τους Σαουδάραβες, λέει η Nour Eid: "Δεδομένου ότι ο εμπλουτισμός ουρανίου είναι δικαίωμα που κατοχυρώνεται στη Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων, δεν ήθελαν να παραιτηθούν από αυτό. Το γεγονός ότι τώρα προφανώς κατάφεραν να το πετύχουν στις διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ είναι ένας λόγος για να είναι περήφανοι οι Σαουδάραβες"».
Κι εδώ γίνεται λόγος για τον κίνδυνο μιας πυρηνικής κούρσας ανταγωνισμού στην περιοχή που εξηγούσε την μέχρι τώρα αρνητική στάση των ΗΠΑ, που είχαν και έναν επιπλέον λόγο να μην ικανοποιούν το αίτημα του Ριάντ: «Ο Τραμπ έφυγε από τη Σαουδική Αραβία πέρυσι με μια ανεκπλήρωτη επιθυμία – δηλαδή, η Σαουδική Αραβία να συνάψει σχέσεις με το Ισραήλ στο πλαίσιο των λεγόμενων Συμφωνιών Αβραάμ. Η σαουδαραβική κυβέρνηση το έχει απορρίψει κατηγορηματικά πρόσφατα. Κατηγορεί το Ισραήλ ότι διέπραξε γενοκτονία εναντίον των Παλαιστινίων στη Λωρίδα της Γάζας. Ενώ οι διαφορές παραμένουν, δεν φαίνεται πλέον να αποτελούν εμπόδιο για την πυρηνική συνεργασία».
Προφανώς τα οικονομικά κέρδη, τα οποία φαίνεται να προσδοκά ο Αμερικανός πρόεδρος, υπερτερούν των πολιτικών επιφυλάξεων.
Κώστας Αργυρός -D.W
Tags
ΔΙΕΘΝΗ