
της Μάχη Γεωργακοπούλου, Οικονομολόγου, Προέδρου του Hellenic Female Leaders UK
Οι οίκοι αξιολόγησης εξετάζουν πρωτίστως την πιθανότητα ένας δανειζόμενος να εξυπηρετήσει το χρέος του. Δεν αξιολογούν με το ίδιο βάρος την αγοραστική δύναμη, την κοινωνική κινητικότητα, την παιδική φτώχεια ή την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών. Μια χώρα μπορεί επομένως να γίνεται ασφαλέστερη για τους πιστωτές της, χωρίς να έχει γίνει ακόμη αρκετά ευημερούσα για τους πολίτες της.
Αυτό ακριβώς δείχνουν τα στοιχεία.
Το 2025 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας σε όρους αγοραστικής δύναμης παρέμενε μόλις στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Το σχεδόν 28% του πληθυσμού βρισκόταν το 2025 σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, ενώ η Ελλάδα κατέγραφε τις περισσότερες μέσες ώρες εργασίας στην ΕΕ.
Η πιστοληπτική σύγκλιση είναι πραγματική, η εισοδηματική και παραγωγική σύγκλιση παραμένει ανησυχητικά χαμηλή.
Αυτό είναι το κοινό μήνυμα των ξένων οίκων όπως των UBS, Goldman Sachs, S&P, Moody’s, Fitch και DBRS.
Η επενδυτική βαθμίδα πιστοποιεί ότι η χώρα μπορεί πλέον να δανείζεται με μεγαλύτερη αξιοπιστία. Διότι άλλο η επιστροφή στις αγορές και άλλο η επιστροφή στην ευρωπαϊκή κανονικότητα και ευημερία.
Τι λέει η έκθεση για τον πλούτο της UBS;
Πλουσιότεροι στα χαρτιά, φτωχότεροι στην πραγματικότητα
Η έκθεση Global Wealth Report 2026 της UBS καταγράφει ότι, από το 2020 έως το τέλος του 2025, η πραγματική μέση καθαρή περιουσία ανά ενήλικο στην Ελλάδα αυξήθηκε περίπου κατά 9%. Ο αριθμός ακούγεται ενθαρρυντικός, αλλά δεν σημαίνει ότι ο μέσος Έλληνας έγινε πράγματι πλουσιότερος.
Το 9% είναι σωρευτικό σε έξι χρόνια, δηλαδή μόλις περίπου 1,4% ετησίως και όχι ετήσια άνοδος της περιουσίας.
Η UBS ορίζει ως πλούτο την αξία των χρηματοοικονομικών στοιχείων και των ακινήτων, μείον τα χρέη. Δεν μετρά τον μισθό, το διαθέσιμο εισόδημα ή την ικανότητα ενός νοικοκυριού να πληρώνει λογαριασμούς. Ένα σπίτι που ανατιμήθηκε μπορεί να αυξήσει λογιστικά την περιουσία του ιδιοκτήτη του, χωρίς να προσθέσει ούτε ένα ευρώ στον μηνιαίο προϋπολογισμό του.
Το ουσιώδες εύρημα βρίσκεται στη διαφορά μεταξύ μέσης και διάμεσης περιουσίας. Στο τέλος του 2025, η μέση καθαρή περιουσία στην Ελλάδα υπολογίζεται σε 143.343 δολάρια ανά ενήλικο, ενώ η διάμεση σε μόλις 59.162 δολάρια. Η μέση τιμή είναι δηλαδή περίπου 2,4 φορές υψηλότερη. Και ενώ η μέση πραγματική περιουσία αυξήθηκε από το 2020, η διάμεση που περιγράφει πιστότερα τον πολίτη στο κέντρο της κατανομής, μειώθηκε περίπου κατά 12%.
Η Ελλάδα παραμένει, επίσης, πίσω από τον ευρωπαϊκό Νότο καθώς η διάμεση περιουσία ανέρχεται σε 76.978 δολάρια στην Πορτογαλία, 111.575 στην Ισπανία και 131.001 στην Ιταλία. Παράλληλα, μόνο το 36,1% της ελληνικής ακαθάριστης περιουσίας βρίσκεται σε χρηματοοικονομικά στοιχεία, γεγονός που καταδεικνύει τη μεγάλη εξάρτηση από τα ακίνητα και ότι ο πλούτος ενισχύεται ταχύτερα στα ανώτερα στρώματα.
Η ευημερία δεν κρίνεται από τη μεγέθυνση ενός μέσου όρου, αλλά από το κατά πόσο η πρόοδος φθάνει στη μέση οικογένεια, ενισχύει το διαθέσιμο εισόδημα και δημιουργεί πραγματική οικονομική ασφάλεια.
Η ανατίμηση των κατοικιών διογκώνει την καταγραφόμενη αξία, αλλά δεν δημιουργεί πάντοτε ρευστότητα, παραγωγικές επενδύσεις ή πρόσθετο εισόδημα. Παράλληλα, επιβαρύνει τους νέους και όσους δεν διαθέτουν ήδη ιδιόκτητη κατοικία, καθώς αυξάνει το κόστος αγοράς και ενοικίασης.
Tags
ΣΧΟΛΙΑ-ΑΠΟΨΕΙΣ